Τροπολογία Καιρίδη: ναι, νομιμοποίηση, αλλά πολύ λίγη και πολύ αργά

Ψηφίστηκε η τροπολογία του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου που προβλέπει τη χορήγηση άδειας διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν ήδη στη χώρα μας τα τελευταία τρία χρόνια χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, υπό την προϋπόθεση ότι θα απασχολούνται από εργοδότη που έχει υπεύθυνα δεσμευτεί να τους προσλάβει.

Η νέα ρύθμιση εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως γενναιόδωρη απέναντι στους ανθρώπους χωρίς χαρτιά που ζουν στη χώρα μας. Η «νέου τύπου» αυτή άδεια θα διαρκεί τρία χρόνια και με τη λήξη της οι κάτοχοί της θα μπορούν να μετακινηθούν σε άλλο τύπο άδειας, από αυτούς που προβλέπονται στη χώρα μας. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι αποκτούν αυτοί συν τω χρόνω πρόσβαση τόσο σε ευρωπαϊκούς τίτλους διαμονής, που τους επιτρέπουν να μεταβούν ή και να εγκατασταθούν σε άλλες χώρες Ε.Ε., όσο και σε μια ενταξιακή διαδικασία που -θεωρητικώς- οδηγεί στην κτήση της ελληνικής ιθαγένειας. Επιπλέον μάλιστα η νομιμότητα της διαμονής που θα παρέχει ο εν λόγω τίτλος θα καταλαμβάνει και σύζυγο και ανήλικα μέλη της οικογένειας του κατόχου του.

Το στην πρώτη εντύπωση απροσδόκητα φιλικό για τους άτυπους μετανάστες και πρόσφυγες στη χώρα μας φαντάζει παράδοξο και αντιφατικό αν αναλογιστεί κανείς ποια κυβέρνηση είχε την πρωτοβουλία της καθιέρωσής του. Γιατί, όλες οι προηγηθείσες νομοθετικές της πρωτοβουλίες, με πρώτη και χειρότερη την αλλαγή του Κώδικα Ιθαγένειας, κινούνται στην αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση: ωθούν τους μετανάστες που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα πολλά χρόνια σε απονομιμοποίηση και αποκλεισμό και, ταυτόχρονα, εργαλειοποιούν ευκαιριακά όσους διαβιούν στη χώρα παράτυπα ως βολικό φόβητρο για την δικαιολόγηση αυταρχικών πολιτικών επιλογών, όπως η «σφράγιση» των συνόρων.

Είναι, από τη σκοπιά αυτή, καταπληκτικό πράγματι να βλέπει κανείς σήμερα εγνωσμένους πολέμιους της παρουσίας αλλοεθνών στη γαλάζια πατρίδα μας, όπως ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, να ομνύουν προς το ακροδεξιό ακροατήριό τους ότι δεν πρόκειται για «νομιμοποίηση». Φυσικά και πρόκειται για νομιμοποίηση και μάλιστα -εφόσον δεν υπονομευθεί τεχνηέντως δια της διοικητικής γραφειοκρατίας, όπως στο παρελθόν- ευρείας κατ’αρχήν κλίμακας.

Τί είναι αυτό όμως αυτό που οδήγησε μια κυβέρνηση που με κάθε ευκαιρία κολακεύει την άκρα δεξιά της σε μια τέτοια δραστική πολιτική μεταστροφή; Μα φυσικά το απόλυτο αδιέξοδο στο οποίο την έχει οδηγήσει ο αυταρχικός προσανατολισμός των πολιτικών της για τη μετανάστευση και το άσυλο των τελευταίων ετών: η υπόθαλψη των πιο εκμεταλλευτικών συμπεριφορών σε βάρος του αλλοδαπού εργατικού δυναμικού της και οι συνεχείς δυσχέρειες πρόσβασής του στις κοινωνικές παροχές έχει οδηγήσει τα πιο ενεργά τμήματά του ήδη στο να εγκαταλείψουν την χώρα. Την ίδια στιγμή η ενεργός αποτροπή της εισόδου νέου αλλοδαπού δυναμικού μέσω του μόνιμου μηχανισμού των επαναπροωθήσεων και η αποθάρρυνση της παραμονής όσων τυχόν καταφέρουν να εισέλθουν μέσω της διαρκούς επισφάλειας και καθημερινών απειλών (λ.χ. ρατσιστικής βίας) που αντιμετωπίζουν δεν έχουν επιτρέψει την ανανέωση του πληθυσμού αυτού. Ο πληθυσμός των αλλοδαπών στη χώρα μας φθίνει πλέον θλιβερά, πράγμα που επιτρέπει σε φιλοκυβερνητικούς παράγοντες να επαίρονται για τον υποτιθέμενο έλεγχο των ροών. Το αποτέλεσμα φυσικά είναι να φθίνουν μαζί του και οι τομείς της εθνικής οικονομίας τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά των οποίων παραδοσιακά οφείλονταν στη μαζική ανειδίκευτη και κυρίως κακοπληρωμένη και σε οικτρές συνθήκες εργασία των αλλοδαπών, όπως κατ’ εξοχήν ο πρωτογενής τομέας, οι τουριστικές υπηρεσίες και, βέβαια, οι κατασκευές.    

Δεν μπορεί βέβαια να γνωρίζει κανείς πόσοι άνθρωποι χωρίς χαρτιά θα ανταποκριθούν στο μέτρο αυτό. Το μόνο βέβαιο πάντως είναι ότι το μέτρο αυτό δεν επιλύει κανένα από τα δομικά και διαχρονικά ζητήματα που αφορούν πάνω απ’ όλα τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των μεταναστών εργαζομένων στην χώρα, τα προβλήματα δηλαδή που βρίσκονται πίσω από την ισχυρή τάση αποχώρησης του ανειδίκευτου εργατικού της χώρας, που αναζητά ασφάλεια και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας σε άλλες χώρες. Αλλά ούτε είναι σε θέση να δώσει καν την προσδοκώμενη στήριξη στην όποια εθνική ή κλαδική αναπτυξιακή προοπτική έστω και με τη μορφή μεγέθυνσης των δημοσίων εσόδων ή των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών. Και αυτό γιατί, οσοδήποτε «γενναιόδωρο», το μέτρο είναι ομολογημένα απολύτως ευκαιριακό, καθότι η δυνατότητα που παρέχει είναι αποκλειστικά εφ άπαξ («πρώτη και τελευταία φορά»), περιορισμένης διάρκειας και αφορά όνο πρόσωπα που βρίσκονται ήδη στη χώρα. Έτσι, όσο οι περιστάσεις της απασχόλησης των αλλοδαπών παραμένουν στο σημερινό οικτρό επίπεδο, αναμενόμενο θα είναι όσοι καταφέρουν μετά την τριετία να λάβουν ένα τίτλο παραμονής που θα τους επιτρέψει να ταξιδέψουν στην Ευρώπη, απλώς να φύγουν με την πρώτη ευκαιρία και αυτοί. Και τότε; Θα προβεί η κυβέρνηση σε νέα νομιμοποίηση άραγε παρά τις δεσμεύσεις της; Στην εποχή της μεταδημοκρατίας το αύριο αυτό φαντάζει πολύ μακρινό, ενώ τα βραχυπρόθεσμα κέρδη για κυβέρνηση-σωτήρα και τις επιχειρήσεις, ιδίως τις κατασκευαστικές, υπερβολικά δελεαστικά.

Πρόκειται συνεπώς στην πραγματικότητα για μια ρύθμιση κοντόφθαλμη, συντηρητική και αναποτελεσματική που χρησιμοποιεί τους μετανάστες σαν βαλβίδες αποσυμπίεσης ενός συστήματος που έχει φτάσει στα όριά του, νομιμοποιεί την εκμετάλλευση καθιστώντας τους μετανάστες ομήρους των εργοδοτών και ευάλωτους σε κάθε είδους εκβιασμό, προκειμένου να δηλωθεί η πρόσληψή τους. Ταυτόχρονα, όμως, από μια απροσδόκητη ειρωνεία της ιστορίας, η ρύθμιση αυτή ενδέχεται να αποτελέσει σε πείσμα των κυβερνητικών προθέσεων το όχημα για την ανάσυρση στην επιφάνεια της κοινωνικής ζωής δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που χρόνια τώρα ζουν και εργάζονται με ταπεινωτικούς όρους σε αυτή τη χώρα βιώνοντας καθημερινά την απειλή της ρατσιστικής επίθεσης ή της σύλληψης και συνοπτικής απομάκρυνσης. Για αυτό και, παρ’ όλα τα προφανή μειονεκτήματά της ρύθμισης, το γεγονός ότι το μέτρο αυτό δημιουργεί την ευκαιρία να αποκτήσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των ανθρώπων αυτών στοιχειωδώς πραγματική υπόσταση υποχρεώνουν την Ελεδα να στηρίξει την απρόσκοπτη υλοποίησή της με κάθε τρόπο και να αξιώνει την μετατροπή της σε πάγιο μηχανισμό διορθωτικής προσαρμογής της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας. 

 

Μέλος

Newsletter