Η μάχη για τα δικαιώματα στην εποχή των στρατοπέδων

Της Κλειώς Παπαπαντολέων*

Λίγο καιρό πριν, μια συζήτηση για δικαιώματα θα μπορούσε να τιτλοφορείται «τα δικαιώματα σε κρίση» ή «τα δικαιώματα στην κρίση». Νομίζω, δυστυχώς, ότι σήμερα έχουμε υπερβεί αυτό το στάδιο και διερχόμαστε μια φάση όπου η κρίση δεν είναι πλέον κρίση, καθώς συστατικό στοιχείο της έννοιας αυτής είναι η παροδικότητα, αλλά μια κατάσταση που αποκτά μόνιμα, παγιωμένα χαρακτηριστικά: Ο πήχυς διαρκώς κατεβαίνει, το πεδίο προστασίας των δικαιωμάτων διαρκώς συρρικνώνεται. Συρρικνώνεται ως προς το κανονιστικό του πεδίο, δηλαδή τι χωράει μέσα σε αυτά, τι συμπεριλαμβάνεται. Αλλά συρρικνώνεται και ως προς τους φορείς του, ποιος χωράει μέσα αυτά, ποιος τα απολαμβάνει. Αντιστρόφως, η έννοια του «στρατοπέδου» διευρύνεται: Το στρατόπεδο «αποστρατιωτικοποιείται» για να αποκτήσει χαρακτηριστικά ποινικά, άμεσης ποινικής διαχείρισης ευρύτατων φασμάτων του περιθωριοποιημένου πληθυσμού και έμμεσης διαχείρισης της κοινωνίας των «τιμίων» μέσα από το θέαμα της ποινικής διαχείρισης των πρώτων [1].

Το στρατόπεδο, από χώρος εγκατάστασης στρατιωτικών μονάδων, σήμερα είναι χώρος εγκλεισμού μεταναστών, με σκοπό την παραδειγματική τους τιμώρηση για την είσοδό τους στη χώρα και, δευτερευόντως, την απέλασή τους. Το στρατόπεδο είναι χώρος υγειονομικής εξέτασης προσώπων που ανήκουν στην κοινωνική κατηγορία της φτώχειας, δηλαδή προσώπων που δεν ανήκουν ούτε στην εργατική τάξη ούτε στην κατώτερη τάξη, αλλά στην «τάξη των παριών». Των ανθρώπων που είναι πέρα από τις κοινωνικές ιεραρχίες, χωρίς ευκαιρίες, χωρίς δυνατότητα επανεισαγωγής στο σύνολο, χωρίς χρησιμότητα ή ρόλο. Είναι άλλωστε προφανές ότι αυτές οι κατηγορίες προσώπων, με την απόσυρση του κοινωνικού κράτους, διαρκώς θα διευρύνονται περιλαμβάνοντας όλο και περισσότερους (τοξικομανείς, άστεγους, ψυχικά ασθενείς, άρρωστους χωρίς δυνατότητα πρόσβασης σε περίθαλψη, μακροχρόνια άνεργους, αποφυλακισμένους κ.ο.κ.).

Τέλος, στην έννοια του στρατοπέδου, με αυτά τα νεοπαγή χαρακτηριστικά του, εντάσσονται φυσικά και οι φυλακές. Κατεξοχήν χώρος εγκλεισμού και τιμωρίας, στην Ελλάδα, εδώ και αρκετά χρόνια, οι φυλακές έχουν παγιώσει χαρακτηριστικά τριτοκοσμικού κράτους ή χώρας σε εμπόλεμη κατάσταση (απολύτως γλαφυρές οι εικόνες από το νοσοκομείο του Αγ. Παύλου όπου νομίζει κανείς ότι βλέπει σκηνές από προσφυγικό καταυλισμό). Το «πείραμα» των ελληνικών φυλακών, δηλαδή η σταθερή και αμετακίνητη πρακτική της Πολιτείας να διατηρεί ένα χώρο πέρα και έξω από κάθε έννοια δικαιώματος και ανθρώπινης αξιοπρέπειας, και μάλιστα πεισματικά, παρά την κατακραυγή και τις εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που πληρώνει σε πρόστιμα από καταδίκες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το πείραμα αυτό εξάγεται όχι μόνο στους άλλους χώρους κράτησης, αλλά σε όλη την κοινωνία: από την πλήρη ακύρωση του δικαιώματος στην εκπαίδευση που βιώνουν τα παιδιά της άγονης γραμμής, και όχι μόνο, στον αφόρητο περιορισμό του δικαιώματος στην υγεία και την περίθαλψη, μέχρι την απαγόρευση συναθροίσεων, τις επιτάξεις προσωπικού, τη λογοκρισία, το κλείσιμο της ΕΡΤ, τις εξοντωτικές «παραδειγματικές ποινές» από τα δικαστήρια, την αναίρεση του δικαιώματος σε έννομη προστασία λόγω της τεράστιας καθυστέρησης διεξαγωγής των δικών. Το κράτος, διαλύοντας τα κοινωνικά δικαιώματα, φτάνει σε προσβολές του σκληρού πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων.

Ο λόγος περί δικαιωμάτων έχει και μία θεσμική διάσταση που άμεσα συνδέεται με την ύπαρξη, την ποιότητα και την προστασία των δικαιωμάτων. Η θεσμική αυτή διάσταση αφορά τη διάκριση των εξουσιών, αφενός, και τη λειτουργία της δικαιοσύνης αφετέρου.

Η συνήθεια υπουργών να παρακάμπτουν τον κανόνα της διάκρισης των εξουσιών και να τις συγχωνεύουν όλες στο πρόσωπό τους είναι χαρακτηριστική. Θυμίζω τις δηλώσεις Δένδια σχετικά με τα βασανιστήρια στη ΓΑΔΑ, όταν, ενώ ο ίδιος διακήρυσσε την αθωότητα των αστυνομικών οργάνων, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές παρήγγελναν την διερεύνηση του περιστατικού, καθώς και τις δηλώσεις Βαρβιτσιώτη στην υπόθεση Φαρμακονησίου. Το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί δεν είχαν το αντανακλαστικό να πουν έστω και τυπικά «ότι το θέμα θα διερευνηθεί», αλλά σπεύδουν να προκαταλάβουν το διευρευνώμενο ως διερευνηθέν, δεν είναι μόνο προσωπική τους αστοχία: είναι πολιτειακή αστοχία του συστήματος. Το πολιτικό σύστημα της χώρας, και αυτό δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο της ελληνικής πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας, απλώς στη συγκύρια οξύνεται, έχει την τάση να κάθεται σε όλες τις θέσεις. Οι φωτογραφικοί νόμοι ή οι πρόσφατες απόπειρες να απαλλαγούν προκαταβολικά από κάθε ποινική ευθύνη συγκεκριμένα πρόσωπα σε κρίσιμες θέσεις, αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα. Η συστηματική παράκαμψη των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και η νομοθέτηση με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου συνιστά μια διαρκή έκπτωση στην οποία δεν νομίζω ότι έχουμε δώσει το πολιτειακό βάρος που της αναλογεί. Και βεβαίως, αυτό που δυστυχώς είναι ελλειμματικό είναι η ίδια δικαιοσύνη.

Η ελληνική δικαιοσύνη έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα στις κοινωνικές εξελίξεις: Εκ των υστέρων και αποσπασματικά διερευνά τη διαφθορά. Εκ των υστέρων διερευνά τη δράση της ΧΑ, μια δράση που εν μέρει λάμβανε χώρα δημόσια και τη βλέπαμε στις οθόνες μας.

Το κόστος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη διαρκώς αυξάνεται, ενώ οι υπηρεσίες της χειροτερεύουν. Η καθυστέρηση απονομής θέτει μείζονα θέματα τήρησης του συνταγματικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Και ταυτόχρονα, «πετάει» έξω από το σύστημα έννομης προστασίας όλο και μεγαλύτερες πληθυσμιακές κατηγορίες, οι οποίες δεν αντέχουν να στηρίξουν οικονομικά πολυετείς δικαστικές διαδικασίες.

Οι δομικές συνεπώς δυσλειτουργίες του δικαστικού συστήματος πλήττουν άμεσα τα δικαιώματα όλων μας και η λύση δεν μπορεί προφανώς να είναι ούτε η διαρκής αύξηση του κόστους με στόχο την αποτροπή προσφυγής σε αυτήν ούτε ο περιορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων για να επιταχύνονται οι διαδικασίες.

Στη συζήτηση περί στρατοπέδων, προστίθεται και μια άλλη, μεταφορική: σε ποιού το στρατόπεδο είναι ποιος και γιατί.

Εάν θέλουμε να είμαστε με το στρατόπεδο των δικαιωμάτων, τότε θα πρέπει να πάρουμε απόφαση ότι θα είμαστε με τα δικαιώματα από θέση αρχής είτε μας αρέσει ο φορέας τους είτε όχι. Θα είμαστε για παράδειγμα με την ελευθερία του λόγου και τη σάτιρα είτε ο φορέας του λόγου είναι ο «Παστίτσιος» είτε είναι ο σκιτσογράφος Χαντζόπουλος με το σκίτσο του με τις δύο βουλευτίνες. Θα είμαστε ενάντια στη προληπτική λογοκρισία με δικαστικές παρεμβάσεις ακόμα και για τηλεοπτική εκπομπή το περιεχόμενο της οποίας ήταν ντροπή γι΄ αυτόν που το έκανε. Αναφέρομαι στην εκπομπή του Στ. Θεοδωράκη για το Φαρμακονήσι και το έγγραφο της ανακρίτριας Κω που ζητούσε προληπτικά να μην μεταδοθεί η εκπομπή. Να είμαστε κριτικοί απέναντι στην απαγόρευση συναθροίσεων ακόμα και όταν αφορά τις συναθροίσεις της ΧΑ.

Η δουλειά για τα δικαιώματα θέλει τεκμηρίωση, θέλει προσέγγιση με φορείς και οργανώσεις, θέλει συνέργειες με τους εγχώριους και ευρωπαϊκούς θεσμούς. Θέλει στρατηγική και όχι δραματοποίηση. Το δύσκολο έργο της σύγχρονης αριστεράς είναι να «αποσυνδικαλοποιήσει» τα δικαιώματα. Στην Ελλάδα ουδέποτε αντιμετωπίσαμε τα δικαιώματα ως αυτά που είναι: δηλαδή ως εγγυήσεις της προσωπικής ασφάλεια και ζωής του καθενός από μας για μια αξιοπρεπή και δημιουργική διαβίωση. Ως εγγυήσεις κοινωνικής ασφάλειας. Η προσέγγιση των δικαιωμάτων ήταν είτε επιδερμική και με όρους απαίτησης χορήγησης προνομίων είτε εξαντλούνταν σε μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις. Πρέπει λοιπόν να στοχαστούμε και να αναστοχαστούμε πάνω σε αυτά θέματα. Πρέπει να σκεφτούμε πώς στεκόμαστε απέναντι σε ένα κράτος που προσπαθεί να λύσει το ζήτημα του υπερπληθυσμού των φυλακών και της υπερφόρτωσης των δικαστηρίων όχι με στρατηγικό σχεδιασμό αλλά, παραγράφοντας ως μεγαλόψυχος ηγεμών κάθε χρόνο ποινές και αξιόποινα. Πώς στεκόμαστε απέναντι στο Ν. 1608/1950 που προβλέπει ισόβια για τους καταχραστές του Δημοσίου, ακόμα και εάν δυσαρεστηθεί το κοινό αίσθημα με τη συζήτηση περί της κατάργησης των ισοβίων. Παραπέμπω στο δτ που είχε βγάλει η Ένωση με αφορμή τα ισόβια του Παπαγεωργόπουλου με τίτλο «Αντί να καταδικάζουμε 1000 διεφθαρμένους λειτουργούς, καταδικάζουμε έναν σε 1000 χρόνια».

Ο ρόλος της Αριστεράς σήμερα σχετικά με τα δικαιώματα, πρέπει να είναι σταθερά προσηλωμένος σε προτάσεις και λύσεις δίκαιες και βιώσιμες. Και κυρίως: να διεκδικήσει τον επαναπατρισμό της έννοιας της ασφάλειας μέσω της διεκδίκησης και εμπέδωσης των ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων: Δεν νοείται να χαρίζουμε την έννοια της ασφάλειας στους θιασώτες της βίας, της καταστολής και της άκρατης αστυνόμευσης.

Κλείνοντας, δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στην υπόθεση της ΧΑ, η οποία συνιστά μείζον πολιτικό και πολιτειακό θέμα και με την οποία έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε και να χαιρετίσω την απόφαση της πλειοψηφίας της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ να ψηφίσει υπερ της άρσης της ασυλίας.

Δεν μπορούμε να νομικοποιούμε το πολιτικό και να πολιτικοποιούμε το νομικό/ποινικό. Παρά τη θεμελιακή κι εγγενή δυσχερή τους διάκριση, έχουν μια αυτοτέλεια. Κυρίως, θέλουμε να έχουν αυτήν την αυτοτέλεια: το όριο στο ευμετάβλητο πολιτικό είναι η έστω και σχετικοποιημένη σταθερότητα και πρόβλεψη του κανόνα. Έτσι, λοιπόν, με εξαιρετική δυσκολία αντιλαμβάνομαι σε τι συνίσταται ο λόγος περί τάχα ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής, όταν αναφερόμαστε σε σωρεία πράξεων, πράξεων κακουργηματικών, πράξεων που κατέληξαν στην αφαίρεση ανθρώπινων ζωών, σε σωματικές βλάβες, σε εμπρησμούς, στην κατατρομοκράτηση τμημάτων του πληθυσμού με σκοπό την βίαιη πειθάρχηση του συνόλου, στο εξευτελισμό ανθρώπων που χτυπήθηκαν, δάρθηκαν ή προπηλακίστηκαν; Αυτό δεν είναι πολιτική ζωή, αυτό είναι εγκληματική δράση.

Τα μέλη της ΧΑ απόλαυσαν μια ιδιότυπη ασυλία, πρωτοφανή σε κράτος δικαίου, πολύ καιρό πριν αποκτήσουν την κοινοβουλευτική τους ασυλία. Η «ασυλία» είναι αυτή που δημιούργησε το πολιτικό και πολιτειακό έκτρωμα που ζούμε αυτόν τον καιρό. Ουδείς τους χρωστάει άλλη μια ασυλία. Βεβαίως είναι ιστορικά, πολιτικά και νομικά καινοφανές εν ενεργεία βουλευτές να είναι ταυτόχρονα και υπόδικοι ή/και προσωρινά κρατούμενοι για εγκληματική οργάνωση, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα, και την αφόρητη αυτή κατάσταση, την οποία όλοι εμείς για τόσα χρόνια αναδεικνύαμε έκαστος από τη θέση που βρίσκεται, δεν μπορούμε τώρα να την καθαγιάζουμε στο όνομα της μη ποινικοποίησης μιας τάχα πολιτικής δράσης. Ακούω με περίσκεψη αυτά που λέγονται περί κακού προηγούμενου και ότι επόμενος στόχος θα είναι η αριστερά. Η ιστορία πάντως έδειξε ότι για τις πολιτικές διώξεις της αριστεράς δεν χρειάστηκε πριν να διωχθεί η ακροδεξιά.

Μιλώντας για ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, είναι σα να λέμε ότι όταν λέγαμε ότι η ΧΑ εγκληματεί, ότι η ΧΑ είναι μια οργάνωση με στρατιωτική δομή, ιεραρχία και πειθαρχία κ.ο.κ., όταν λέγαμε ότι η ΧΑ πληροί ιδεοτυπικά την έννοια του άρ. 187 δεν το εννοούσαμε, λέγαμε και καμιά σαχλαμάρα να περνάει η ώρα. Επειδή λοιπόν καμία σαχλαμάρα δεν λέγαμε, δεν είναι νοητό να προβαίνουμε σε μια τέτοια καταστροφική αυτοδιάψευση.

Προφανώς το άρ. 187 ΠΚ είναι πολλαπλώς προβληματικό, πράγματι διευρύνει υπέρμετρα το αξιόποινο και ως εκ τούτου έχει ζητήματα συνταγματικότητας. Αλλά είναι άλλη συζήτηση η ποινική/δογματική και πολιτική κριτική στο αδίκημα αυτό και άλλη η συζήτηση για την άδεια από την Βουλή να ασκηθεί η δίωξη. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν δικαστεί με αυτόν τον προβληματικό νόμο εδώ και 15 χρόνια, τυχόν εξαίρεση ειδικά για τη ΧΑ θα συνιστούσε απαράδεκτη ευμενή διακριτική μεταχείριση. Και μάλιστα, εξαίρεση με όχημα έναν εξίσου προβληματικό θεσμό όπως είναι η βουλευτική ασυλία. Η άδεια, λοιπόν, οφείλει να δοθεί γιατί δεν γίνεται αυτή η υπόθεση να μην διερευνηθεί σε βάθος από τον μόνο αρμόδιο να αποφασίσει εάν το κατηγορητήριο είναι σαθρό, έχει κενά ή είναι δομημένο και ο μόνος αρμόδιος γι’ αυτό δεν είναι οι βουλευτές αλλά ο φυσικός τους δικαστής.

«Εάν γνωρίζεις τον εαυτό σου και τον εχθρό σου δεν έχεις ανάγκη να φοβάσαι το αποτέλεσμα εκατό μαχών». Αυτό δεν είναι δικό μου, είναι από την «Τέχνη του Πολέμου», του Σουν Τζου.

*Η Κλειώ Παπαπαντολέων είναι αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Το κείμενο είναι η ομιλία της στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Τμήμα Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ με τίτλο «Τα δικαιώματα στην εποχή των στρατοπέδων», με αφορμή την Πανελλαδική του Συνδιάσκεψη (15.3.2014).
_____________________

Σημειώσεις

[1] Για τη διακυβέρνηση πληθυσμών, Melossi D. «Ποινικές πρακτικές και ‘διακυβέρνηση των πληθυσμών’ στους Marx και Foucault», μτφρ. Δ. Βασιλειάδης σε: Κουκουτσάκη Α. (επιμ.) Εικόνες Φυλακής, Πατάκης Αθήνα 2006, σ. 63-91.
[2] Μπάουμαν Ζ. «Η εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι»μτφρ. Κ.Δ. Γεώρμας, Μεταίχμιο Αθήνα 2004 όπως αναφέρεται στο Μ.Εμμανουήλιδης-Α. Κουκουτσάκη, Χρυσή Αυγή και Στρατηγικές Δικαχείρισης της Κρίσης, Futura 2013, σ. 113.

άρθρο στο RedNoteBook.gr

 

φωτογραφία: David Stanley

 

Μέλος

Newsletter