Γραπτό Υπόμνημα σχετικά με το σχέδιο νόμου για τον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Αθήνα, 16 Φεβρουαρίου 2024

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ) σχετικά με το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιτάχυνση και την ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης – Εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας».

 

Η ΕλΕΔΑ εκτιμά ότι το υπό ψήφιση νομοσχέδιο πρόκειται να έχει καθοριστικές και κυρίως ουσιωδώς αρνητικές συνέπειες στο ήδη εξαιρετικά βεβαρυμένο και δυσλειτουργικό σύστημα ποινικής και σωφρονιστικής μεταχείρισης στην Ελλάδα και, επιπλέον, ότι αυτό ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών. 

Οι αντιδράσεις, που εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκεια της σχετικές διαβούλευσης, ήταν ιδιαίτερα έντονες και συχνά συνοδεύονταν από εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι αντιδράσεις αυτές απηχούν τις θέσεις του συνόλου σχεδόν της οικείας επιστημονικής κοινότητας αλλά και αυτές μεγάλου αριθμού δικαστικών λειτουργών. Ωστόσο, αυτές οι ηχηρές φωνές αγνοήθηκαν παντελώς. Καλούμαστε έτσι δυστυχώς να σχολιάσουμε ένα νομοθέτημα με πρόδηλες τεχνικές ανεπάρκειες και επισφαλή επιστημονικά ερείσματα, το οποίο επιπλέον στερείται επί της ουσίας νομιμοποίησης στα μάτια όσων καλούνται να το εφαρμόσουν. 

Το βασικότερο ίσως χαρακτηριστικό του υπό ψήφιση νομοθετήματος φαίνεται να είναι μια στρατηγικής σημασίας απόκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου από τις οποίες παραδοσιακά εμφορείται, παρά τις όποιες ατέλειές του, το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης της χώρας μας: σωρεία επιστημονικών μελετών εγκρίτων ποινικολόγων, εγκληματολόγων και γενικώς νομικών της θεωρίας και της πράξης έχουν από καιρό τώρα αποδομήσει τις απόψεις που φαίνονται να αποτελούν τις πηγές έμπνευσης παρόντος ΣχΝ. Ειναι δε κρίσιμο να επισημανθεί ότι η κριτική που ασκείται σε τέτοιες θέσεις για το Ποινικό Δίκαιο και την Ποινική Δικονομία ανάγονται εν τέλει στις συνέπειες που τέτοιες επιμέρους ρυθμίσεις έχουν για τα θεμελιώδη δικαιώματα όσο και τη συνοχή του κοινωνικού ιστού. 

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ραγδαία κλιμακούμενης αυστηροποίησης της ποινικής και σωφρονιστικής μεταχείρισης που επιφυλάσσεται στους ανηλίκους και τους μετεφήβους, μια μεταχείριση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου για τους ανηλίκους που προτάσσουν την αγωγή αντί της τιμωρίας και την αποφυγή μέτρων περιορισμού της ελευθερίας τους. Πρόκειται για μέτρα, που με το πρόσχημα της παρατηρούμενης αυξανόμενης βίας μεταξύ των ανηλίκων, απειλεί να διαρρήξει τις σχέσεις της οικογένειας, του σχολείου και του εν γένει κοινωνικού περιβάλλοντος.

Εξίσου χαρακτηριστικές είναι και οι διατάξεις που ανακόπτουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη βίαια και λειτουργούν απολύτως αποθαρρυντικά για πολίτες που έχουν περιορισμένη οικονομική δυνατότητα (αυξήσεις όλων των παραβόλων – μήνυσης, προσφυγής – θέσπιση παραβόλου αναβολής αλλά και αύξηση των δικαστικών εξόδων), ενώ άλλες διατάξεις επιβραβεύουν όσους μπορούν να καταβάλλουν το αντίτιμο της ποινικής απαξίας της πράξης που διέπραξαν (άρθρο 8 περί  χρηματικών ποινών και αύξησης των ανώτατων ορίων τους και άρθρο 12 διπλασιασμός του κατώτατου ποσού μετατροπής της ποινής).

Επιμέρους διατάξεις στοχεύουν ευθέως στην κοινή γνώμη και την ψευδεπίγραφη ικανοποίηση του δήθεν λαϊκού αισθήματος, όπως για παράδειγμα η περίπτωση της δήμευσης περιουσίας (περίπτωση εμπρησμού) με τρόπο που μάλλον συνεχίζουν να ξεπερνούν τα συνταγματικά όρια παρά την προσπάθεια εξορθολογισμού της επίμαχης διάταξης μετά τη διαβούλευση. Πρόκειται για άλλη μια διάταξη που επιχειρεί να ισοσκελίσει την καταφανή πλέον αδυναμία της Πολιτείας να παράσχει στους πολίτες το ελάχιστο αίσθημα ασφάλειας και αξιοπιστίας σε όλο και περισσότερους τομείς άσκησης δημόσιας εξουσίας με τον ακραίο τιμωρητισμό των πολιτών και την εξόφθαλμη απογύμνωση του πυρήνα των δικαιωμάτων.

 

Η ΕλΕΔΑ παρατηρεί ότι οι προθέσεις του νομοθέτη εν συνόλω ουδόλως συμβαδίζουν με τα δικαιοκρατικά ζητούμενα αφού παρουσιάζεται ένα σχέδιο αντεγκληματικής πολιτικής με βασικές παραμέτρους: 

1ον Τη συστηματική, ασύμμετρη αυστηροποίηση των ποινών και του πλαισίου έκτισης και αναστολής εκτέλεσης της ποινής με συνέπεια το αδιέξοδο στο σωφρονιστικό σύστημα και την προαναγγελία νέων φυλακών. Ενδεικτικά:

  • Άρθρο 6 με το οποίο αλλάζει το ανώτατο όριο ποινής κάθειρξης σε 20 χρόνια από 15. 
  • Άρθρο 8 με το οποίο επαναφέρεται η χρηματική ποινή μέτρο που δεν συμβαδίζει με τη σύγχρονη αντίληψη για την αποτελεσματικότητα και τον τρόπο λειτουργίας των ποινικών κυρώσεων ενώ ανακλιμακώνονται τα ανώτατα όρια αυτής μετά τη διαβούλευση του ΣχΝ που δεν συμβαδίζει με τις σύγχρονες αντιλήψεις για την αποτελεσματικότητα και τον τρόπο λειτουργίας των ποινικών κυρώσεων.
  • Άρθρο 9 με το οποίο επανέρχεται η δικαστική απέλαση αλλοδαπού ως μέτρου ασφαλείας και η κράτησή τους στις φυλακές.
  • Άρθρο 15 και 17 με το οποία τροποποιείται το άρθρο 83 του ΠΚ περί μείωσης της ποινής και αυξάνονται τα ελάχιστα και τα μέγιστα όρια και το άρθρο 85 του ΠΚ περί συρροής λόγων μείωσης της ποινής και προβλέπεται ότι αυτή μειώνεται μόνο μία φορά.
  • Άρθρο 18 με το οποίο στη συνολική ποινή το ανώτατο όριο για ποινή κάθειρξης γίνεται 25 έτη, από 20 μέχρι σήμερα, και για ποινή φυλάκισης 10 έτη, από 8 μέχρι σήμερα.
  • Άρθρο 19 με το οποίο η αναστολή εκτέλεση της ποινής θα ισχύει για ποινές μόνο έως ένα 1 έτος, αντί για 3 που είναι μέχρι σήμερα. 
  • Άρθρο 22 με το οποίο η κοινωφελής εργασία θα εφαρμόζεται κατά κανόνα σε ποινές έως 2 ετών, αντί για 3 που είναι μέχρι σήμερα.
  • Άρθρο 24 με το οποίο αυξάνονται τα όρια της υπό όρους απόλυσης κρατουμένων, ενώ προστίθεται και η περίπτωση των κακουργημάτων του άρθρου 25 του Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023, Α’ 81) σε εκείνες που λόγω της ιδιαίτερης ποινικής και κοινωνικής τους απαξίας, δικαιολογούν την πραγματική έκτιση τουλάχιστον τριών πέμπτων (3/5) της ποινής ως προϋπόθεση για την υπό όρους απόλυση.
  • Άρθρο 25 με το οποίο προστίθεται δυνατότητα μη χορήγησης υπό όρους απόλυσης σε κρατούμενους με κριτήριο, εκτός από τη διαγωγή του κρατουμένου κατά τη διάρκεια της κράτησης έως σήμερα, τις ειδικές περιστάσεις του εγκλήματος – διπλή τιμωρία δηλαδή – σε σχέση με την εκτίμηση των ατομικών και κοινωνικών περιστάσεων του καταδικασθέντος, ενώ απαλείφεται η υποχρέωση ειδικής αιτιολογίας στις περιπτώσεις αρνητικών αποφάσεων. Στη θετική κατεύθυνση κινείται η διαγραφή του εδαφίου σύμφωνα με το οποίο η αναιτιολόγητη επίκληση πειθαρχικού παραπτώματος κατά την έκτιση της ποινής δεν αρκεί για τη μη χορήγηση της απόλυσης.
  • Άρθρο 35 με το οποίο αποκτά αξιόποινο χαρακτήρα, τόσο η περίπτωση παραβίασης όρων που επιβάλλουν περιορισμούς στην ελευθερία διαμονής και τις σχετικές υποχρεώσεις (λ.χ. περιοριστικός όρος απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας κατά την ανακριτική διαδικασία), όσο και η περίπτωση επιστροφής στη χώρα απελαθέντος δυνάμει δικαστικής απόφασης αλλοδαπού, με επαπειλούμενη ποινή φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών, δίχως δικαίωμα αναστολής ή μετατροπής.
  • Άρθρο 46 με το οποίο τροποποιείται η διάταξη του άρθρου 302 ΠΚ (ανθρωποκτονία εξ αμελείας) ως προς το κατώτατο όριο ποινής από τουλάχιστον τρεις μήνες σε τουλάχιστον δύο έτη.
  • Άρθρο 91 με το οποίο διευρύνθηκαν, μετά τη διαβούλευση, οι περιπτώσεις παράτασης προσωρινής κράτησης σε περιπτώσεις απόπειρας τέλεσης κακουργήματος με κριτήριο το ύψος της ποινής του αντίστοιχου τετελεσμένου κακουργήματος.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι ουσιαστικά το νομοσχέδιο προβλέπει υποχρεωτική φυλάκιση για πλημμελήματα, δυσχέρανση της αναστολής της ποινής και της αποφυλάκισης χωρίς ταυτόχρονη επένδυση στα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, υποβάθμιση των συνεπειών των ελαφρυντικών περιστάσεων και των λοιπών λόγων μείωσης της ποινής, διεύρυνση της προσωρινής κράτησης, δυσχέρανση της έφεσης και του ανασταλτικού αποτελέσματος και συνεπώς υπέρμετρη διεύρυνση του εγκλεισμού, στόχος δηλαδή σε απολύτως αντίθετη τροχιά από εκείνη που διαγράφει η επιστήμη και η σύγχρονη ευρωπαϊκή τάξη και νομική πράξη.

 

2ον Την περιστολή των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και την αυθαίρετη έκπτωση στην ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης που επιφέρει σημαντικό πλήγμα στην αρχή της δίκαιης δίκης. Ενδεικτικά: 

  • Άρθρα 74 – 76 και 110 με τα οποία καταργείται το πενταμελές εφετείο, διευρύνεται η αρμοδιότητα μονομελούς πλημμελειοδικείου και μονομελούς εφετείου και ορίζεται ότι η εκδίκαση των εφέσεων κατά αποφάσεων Τριμελούς Εφετείου θα γίνεται από Τριμελές Εφετείο που θα συγκροτείται από αρχαιότερους δικαστές. Όπως και οι περισσότερες διατάξεις του σχεδίου νόμου έτσι και οι εν λόγω τροποποιήσεις συνιστούν οπισθοδρόμηση, μεταφέρουν αρμοδιότητες από πολυμελείς σε μονομελείς συνθέσεις και αδιαφορούν για τα δικαιώματα των κατηγορουμένων.  
  • Άρθρο 78 με το οποίο προβλέπεται η εξαίρεση εμφάνισης αστυνομικών και λοιπών προανακριτικών υπαλλήλων στην ακροαματική διαδικασία. Η διάταξη που προστέθηκε μετά τη διαβούλευση σύμφωνα με την οποία  αστυνομικοί και λοιποί προανακριτικοί υπάλληλοι που έχουν καταθέσει στην προδικασία θα καλούνται από τον εισαγγελέα, αν η πράξη αφορά κακούργημα και το ζητήσει ο κατηγορούμενος εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης στο ακροατήριο, δεν φαίνεται να μπορεί να άρει την εξόχως προβληματική διάταξη στο σύνολό της. 
  • Άρθρο 95 με το οποίο διευρύνονται οι περιπτώσεις στις οποίες η κύρια ανάκριση περατώνεται με απευθείας κλήση ενώ απαλείφεται από το κείμενο του άρθρου η φράση «κατ’ εξαίρεση» που δείχνει ότι η περάτωση της κύριας ανάκρισης με απευθείας κλήση και όχι με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου θα γίνει ο κανόνας. Ωστόσο, η ενδιάμεση διαδικασία προκύπτει από στατιστικά ότι συμβάλλει στην επιτάχυνση της ποινικής δίκης ενώ ταυτόχρονα εγγυάται το σεβασμό των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και κυρίως του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου.  Η συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων των δικαστικών συμβουλίων θα οδηγήσει στον διπλασιασμό των υποθέσεων (καθόσον τα ακροατήρια θα υποκαθιστούν την ενδιάμεση διαδικασία) και τελικά στην ίδια την επιβράδυνση του ρυθμού απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.
  • Άρθρο 102 με το οποίο συρρικνώνονται  οι αρμοδιότητες των ενόρκων στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, θεσπίζεται αντιστροφή του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ των τακτικών δικαστών και αφαιρείται η αρμοδιότητα κρίσης των ενόρκων για τα ελαφρυντικά, τις παρεπόμενες ποινές, τη μετατροπή ή την αναστολή της ποινής και τη συνολική ποινή συγχώνευσης. 

 

Για τους σκοπούς της επιτάχυνσης των διαδικασιών φαίνεται λοιπόν ότι προκρίνεται η αβασάνιστη απάλειψη εκείνων που αποτελούν ηχηρές διαδικαστικές εγγυήσεις στην ορθή απονομή της Δικαιοσύνης.

 

3ον Tη στοχοποίηση των ανηλίκων και μετεφήβων. Ενδεικτικά: 

  • Άρθρο 7 με το οποίο αυξήθηκαν, μετά τη διαβούλευση, τα χρονικά όρια κράτησης σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων από 8 σε 10 έτη. 
  • Άρθρo 29 με το οποίο διευρύνονται οι περιπτώσεις περιορισμού ανηλίκου σε ειδικό κατάστημα κράτησης σε όλα τα κακουργήματα και όχι μόνο σε αυτά που στρέφονται κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας ή εμπεριέχουν στοιχεία βίας, όπως ισχύει σήμερα.
  • Άρθρο 30 με το οποίο μεταβάλλεται το όριο ηλικίας για την εφαρμογή του άρθρου 133 ΠΚ και τη χορήγηση ελαφρυντικού μετεφηβικής ηλικίας από 25 έτη σε 21 έτη.
  • Άρθρο 33 με το οποίο συμπεριλαμβάνεται στα αδικήματα του άρθρου 168 ΠΚ, οι κινητοποιήσεις στα σχολεία, ως αδικήματα που προκαλούν απειλή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους σε περίπτωση φωνασκιών και τουλάχιστον δύο ετών σε περίπτωση βιαιοπραγιών.

 

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν μία εικόνα ενός απαρχαιωμένου ασφυκτικού τιμωρητισμού και αποξένωσης του πολίτη με τη Δικαιοσύνη ενώ επιτρέπουν και την είσοδο μιας ιδιότυπης οικονομικής συναλλαγής, εξ ορισμού χωρίς ελεύθερη διαπραγμάτευση, στην ποινική και σωφρονιστική μεταχείριση. Αυτό δεν διαψεύδεται ούτε στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνοδεύει το σχέδιο νόμου όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Ενδεχόμενη ετήσια δαπάνη από την κάλυψη του πρόσθετου κόστους λειτουργίας των καταστημάτων κράτησης, λόγω της προσαύξησης του ανώτατου ορίου της πρόσκαιρης κάθειρξης, της αναπροσαρμογής λοιπών στερητικών της ελευθερίας ποινών, καθώς και της αυστηροποίησης του πλαισίου έκτισης και αναστολής εκτέλεσης της ποινής, σύμφωνα με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις των σχετικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα».

H ΕλΕΔΑ έχει επισημάνει, ενδεικτικά και για την περίπτωση των φυλακών, ότι η Έκθεση της Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CPT) του Συμβουλίου της Ευρώπης για την κατάσταση στις ελληνικές φυλακές (9/2022) ήλθε ως επίσημη διεθνής επιβεβαίωση της απόκλισης του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος από τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό. Η χώρα εδώ και δύο δεκαετίες αρνείται να συμμορφωθεί με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και αξίες στη μεταχείριση των κρατουμένων και βρίσκεται για δεύτερη φορά μετά το 2011 προ των πυλών μιας νέας ταπεινωτικής δημόσιας δήλωσης από την CPT. 

Στην πιεστική υπόδειξη που η CPT ζητά από τη χώρα μας να αποφασίσει επιτέλους το σωφρονιστικό σύστημα και το σύστημα ποινών που θέλει, το παρόν σχέδιο νόμου φαίνεται πλέον να απαντά αυθαίρετα, σε ένα αποκορύφωμα απαξίωσης των ευρωπαϊκών υποδείξεων και αρχών, της ακαδημαϊκής και επιστημονικής κοινότητας αλλά και όλων των εμπλεκομένων στην απονομή της δικαιοσύνης υπό όρους ακραίας επιδίωξης πολιτικών σκοπιμοτήτων και επικίνδυνης άρνησης για μια συγκροτημένη μακροπρόθεσμη πολιτική. 

Η απάντηση αυτή όμως με το παρόν Σχέδιο Νόμου θέτει τη χώρα, άνευ άλλου τινός, εκτός ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού και καταλήγει να επιβεβαιώνει το πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο προειδοποιεί για συγκεκριμένες ανησυχητικές εξελίξεις στην Ελλάδα που απειλούν το Κράτος Δικαίου.

Η ΕλΕΔΑ ζητά επίδειξη σύνεσης εκ μέρους της Πολιτείας και την απόσυρση των επίμαχων διατάξεων του Σχεδίου Νόμου που αφορούν τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και την Ποινική Δικονομία. 

Μέλος

Newsletter