• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Γιατί Επιμένουμε σε Ένα Αποτυχημένο Σύστημα, Όπως τα Κλειστά Κέντρα Κράτησης;

Το συγκεκριμένο άρθρο υπογράφει η Γεωργία Σπυροπούλου, μέλος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Άνθρωπου στη στήλη ΡΙΣΠΕΚΤ του Vice Greece.

Tην προηγούμενη βδομάδα, η κυβέρνηση εξέδωσε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, με την οποία επιτάσσονται ακίνητα και εκτάσεις για τη δημιουργία νέων δομών στα πέντε νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Τη Δευτέρα το πρωί, ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Νότης Μηταράκης, ανακοίνωσε το «πάγωμα» της διαδικασίας επιτάξεων εκτάσεων στα νησιά για μια εβδομάδα, προκειμένου να υπάρξει νέος διάλογος με τους τοπικούς φορείς. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε μια σύγχυση σχετικά με το χαρακτήρα των δομών, για το αν θα πρόκειται για κλειστές, ανοιχτές ή ελεγχόμενα κλειστές, αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι η πολιτική του εγκλωβισμού στα νησιά δεν θα τελειώσει. Ο τύπος των δομών, το αν δηλαδή θα είναι δομές ανοιχτού ή κλειστού τύπου, φυσικά και είναι πρωτεύουσας σημασίας. Ωστόσο, αυτό που κυριαρχεί στην έκδοση της πράξης νομοθετικού περιεχομένου είναι η απόφαση της κυβέρνησης περί μη αποσυμφόρησης των νησιών. Είναι ξεκάθαρο πια ότι το κοινό αίτημα των κατοίκων, των αιτούντων άσυλο και της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν θα εισακουστεί. Οι αιτούντες άσυλο θα συνεχίσουν να παραμένουν στα νησιά του Αιγαίου με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Η επιλογή της δημιουργίας νέων δομών στα νησιά και μάλιστα σε απομακρυσμένες περιοχές, δεν θα επιλύσει όμως το ζήτημα του υπερπληθυσμού και του εγκλωβισμού, όσο οι νεοεισερχόμενοι δεν θα μεταφέρονται στην ενδοχώρα. Απλώς, θα το μετατοπίσει.

Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση στον δημόσιο λόγο για κλειστά κέντρα, πλωτά φράγματα και επιστροφές, «δηλητηριάζει» την ελληνική κοινή γνώμη, σε μια συγκυρία μάλιστα όπου τα ξενόφοβα περιστατικά είναι οξυμένα και όταν παράλληλα απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά των θεσμικών εκπροσώπων σε ζητήματα που αφορούν την κοινωνική ένταξη. Αντίθετα και σε αυτό το πεδίο υπάρχει περιορισμός δικαιωμάτων με την πρόσφατη νομοθετική αλλαγή που αύξησε, από 5 σε 12 έτη, την απαιτούμενη νόμιμη παραμονή των μεταναστών για τη χορήγηση κοινωνικών επιδομάτων.

Ο κυβερνητικός λόγος κινείται διαρκώς γύρω από τη δημιουργία νέων κλειστών κέντρων κράτησης και την επιβολή του μέτρου της κράτησης, ως μέσο αποτροπής. Σήμερα λειτουργούν στη χώρα οκτώ προαναχωρησιακά κέντρα κράτησης (ΠΡΟΚΕΚΑ Ταύρου, Αμυγδαλέζας, Κορίνθου, Παρανεστίου Δράμας, Ξάνθης, Φυλακίου Έβρου, Κω και Λέσβου) συνολικής χωρητικότητας άνω των 5.000 θέσεων, όπου αλλοδαποί προς επιστροφή κρατούνται διοικητικά. Την ίδια στιγμή στη χώρα μας, κρατούνται στο πλαίσιο έκτισης ποινών φυλάκισης για ποινικά αδικήματα σήμερα περίπου 10.000 άνθρωποι στα καταστήματα κράτησης των φυλακών. Η ενδεχόμενη δημιουργία επιπρόσθετων κλειστών κέντρων θα φτάσει να ισοδυναμεί σε δυναμική με το σωφρονιστικό σύστημα της χώρας. Με δύο λόγια συζητάμε για τη δημιουργία ενός παρασυστήματος «σωφρονισμού», όρο που είχε χρησιμοποιήσει ο καθηγητής Δημήτρης Χριστόπουλος παλαιότερα αναφερόμενος στην πολιτική των κλειστών κέντρων κράτησης.

Είναι κρίσιμο να επαναλάβουμε ότι η επιβολή του μέτρου της κράτησης σε πολίτες τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο, συνιστά μέτρο απόλυτης στέρησης του δικαιώματος στην ελευθερία. Η κράτηση δε αυτή είναι διοικητική και όχι ποινική, επιβάλλεται δηλαδή σε ανθρώπους που δεν έχουν διαπράξει ποινικά αδικήματα. Σύμφωνα µε το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο, η στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, εκτός από την περίπτωση που απορρέει από ποινικές καταδίκες, μπορεί να επιβληθεί µόνο ως έσχατη λύση, εφόσον είναι αναγκαίο, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα.

Με βάση τον πρόσφατο νόμο περί διεθνούς προστασίας, δεν συνυπολογίζεται πλέον ως χρόνος κράτησης το διάστημα που αυτό το μέτρο είχε επιβληθεί στο πλαίσιο της επιστροφής. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει πλέον η δυνατότητα με βάση τις νέες ρυθμίσεις, η διάρκεια της κράτησης ενός αιτούντα άσυλο να φτάσει συνολικά τους 36 μήνες. Προβλέπεται δηλαδή ότι ένας αιτών άσυλο μπορεί να κρατηθεί για διάστημα 18 μηνών, χωρίς να συνυπολογίζεται το διάστημα προηγούμενης κράτησης με βάση τις διαδικασίες επιστροφής ή απέλασης που έχει ως ανώτατο όριο τους 18 μήνες. Η υπέρμετρη αυτή διάρκεια ξεπερνά ακόμα και τους δεκαοκτώ μήνες που επιβάλλονται στο πλαίσιο της προσωρινής κράτησης της ποινικής διαδικασίας.

Εδώ, όμως, τίθενται και άλλα ζητήματα. Σε περιπτώσεις επιβολής της κράτησης, το μόνο που πρέπει να στερείται ένας άνθρωπος είναι η ελευθερία του. Για τον λόγο αυτό, οι συνθήκες κράτησης πρέπει να είναι τέτοιες, ώστε η κράτηση να μη συνιστά απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Και εδώ στην Ελλάδα έχουμε πρόβλημα, καθώς οι προβληματικές συνθήκες στα προαναχωρησιακά κέντρα κράτησης αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις εγγυήσεις του κράτους δικαίου και έχουν οδηγήσει τη χώρα σε καταδικαστικές αποφάσεις από το δικαστήριο του Στρασβούργου. Ακόμη, η αναπαραγωγή στον δημόσιο λόγο ότι «αν τους κρατάμε θα δοθεί το μήνυμα και δε θα έρθουν άλλοι» γνωρίζουμε ότι δε συνιστά παράγοντα αποτροπής. Να θυμίσουμε ότι το 2014, τη χρονιά της επιβολής των πιο σκληρών μέτρων κράτησης με την επιβολή επ’ αόριστον κράτησης, οι αφίξεις δεν μειώθηκαν. Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν εδώ είναι γιατί επιμένουμε στη διατήρηση ενός τέτοιου αποτυχημένου και απάνθρωπου συστήματος.

Εν κατακλείδι, η επαναλαμβανόμενη συζήτηση για τη στέρηση της ελευθερίας ανθρώπων που βρίσκονται στη χώρα ζητώντας διεθνή προστασία, οδηγεί σε µια συζήτηση που αφορά την κανονικοποίηση και τη νομιμοποίηση της ίδιας της στέρησης της ελευθερίας και τα όρια της για ένα έγκλημα που δεν υπάρχει, αλλά τιμωρείται πολλαπλώς.
 
Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2020

Powered by Advalue