• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Τα δικαιώματα του ανθρώπου, η Εκκλησία και η Ελλάδα

Στις 10 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο εορτάζεται η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κατά την ημερομηνία αυτή υπογράφηκε από την Γενική Συνέλευση του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, το 1948. Τα Δικαιώματα του Ανθρώπου από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις εξελίχθηκαν σε μία προμετωπίδα της επιβολής του άθρησκου κράτους στις χριστιανικές κοινωνίες, ακόμη και στη δημιουργία ολοκληρωτικών κοινωνιών. Βέβαια όπως σημειώνει ο Κων. Τσάτσος:

“Η έννοια του ανθρώπινου δικαιώματος δεν νοείται μέσα στην ολοκληρωτικά συγκροτημένη κοινωνία, στην οποία η πολιτική βούληση συγκεντρώνεται στην άρχουσα μειοψηφία. Και αυτό με την απλή δικαιολογία, ότι αυτή η μειοψηφία είναι η μόνη ικανή να έχει πολιτική γνώμη. Γι΄ αυτό και οι άλλοι, οι πολλοί, μόνο απάνω στις γραμμές που η μειοψηφία χαράζει μπορούν να κινηθούν”. (Κων. Τσάτσου άρθρο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στο ομώνυμου τίτλου βιβλίο στη σειρά “Κείμενα της Μεθορίου” της “Ευθύνης”, σελ. 23).

Και επειδή κάποιος μπορεί να παρατηρήσει ότι ο Κων. Τσάτσος αναφέρεται στα προφανώς ολοκληρωτικής νοοτροπίας καθεστώτα σημειώνεται το πώς εννοεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης την πραγματική Δημοκρατία:

“Δημοκρατία δεν σημαίνει τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν σημαίνει την έλλειψη λογοκρισίας, δεν σημαίνει εκλογές οποιουδήποτε τύπου. Όλα αυτά είναι καλά και άγια, αλλά είναι δευτέρου και τρίτου βαθμού επακόλουθα της Δημοκρατίας. Δημοκρατία είναι το κράτος του Δήμου. Δήμος είναι ο λαός??. Συνεπώς σχετικά με οτιδήποτε μπορεί να γίνει αντικείμενο ρητής θέσμισης, ρητής νομοθέτησης μέσα στην κοινωνία, είτε πρόκειται γι΄ αυτό που μπορεί να ονομάσει κανείς θεσμίζουσα εξουσία, είτε πρόκειται για την άσκηση θεσμισμένων εξουσιών, π.χ. της νομοθετικής εξουσίας και της κυβερνητικής εξουσίας πρέπει να δίνεται σε όλους η μεγαλύτερη δυνατή δυνατότητα, όχι απλώς τυπική, αλλά ουσιαστική, να συμμετάσχουν στην άσκηση όλων αυτών των εξουσιών και των λειτουργιών”. ( Κορν. Καστοριάδης ” Οι ομιλίες στην Ελλάδα”, Υψιλον, 2000, σελ. 129-133).

Πρόσφατα κατατέθηκε στη Βουλή πρόταση Νόμου περί “ρυθμίσεων σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας” από τους κ.κ. Μάνο και Ανδριανόπουλο, καθώς και από τα Κόμματα του ΚΚΕ και του Συνασπισμού. Επίσης προ ολίγου καιρού ο καθηγητής και στενός συνεργάτης του κ. Κ. Σημίτη κ. Νικ. Αλιβιζάτος, επικεφαλής της “Ελληνικής Ενωσης για τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη” δημοσιοποίησε μια ανάλογη πρόταση Νόμου. Το πρώτο που θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει είναι η σύμπτωση απόψεων στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας των εκπροσώπων του Νεοφιλελευθερισμού με το ΚΚΕ και τον ΣΥΝ, καθώς και με την “εκσυγχρονιστική” ομάδα του ΠΑΣΟΚ. Όπως έχει γραφεί από την ίδια στήλη και άλλοτε η ιδεολογική κατάρρευση του νεοφιλελευθερισμού και της αριστεράς τους υποχρεώνει να δημιουργήσουν έναν αντίπαλο για να επιβιώσουν ιδεολογικά. Και ο πλέον πρόσφορος κοινός στόχος τους είναι ο Χριστιανισμός και η Εκκλησία, ως οντολογική έκφραση του. Είναι επίσης αξιοπρόσεκτο ότι τα δύο Κόμματα εξουσίας – ΝΔ και ΠΑΣΟΚ – δεν πήραν θέση και είναι βέβαιο ότι οι βουλευτές τους θα απορρίψουν την πρόταση Νόμου.

Η κατάθεση της πρότασης είναι από μόνη της και ανεξαρτήτως αποτελέσματος σοβαρότατο ζήτημα. Τα θέματα της ψυχής ενός λαού – για όσους πιστεύουν σε ψυχή – της πολιτισμικής κληρονομιάς, της εθνικής και θρησκευτικής συνέχειας, της ιδιοπροσωπίας, και της Παράδοσης του δεν μπορεί να τα χειρίζεται κανείς με προχειρότητα, ελαφρότητα και ανευθυνότητα. Ανθρωποι που δεν βρέθηκαν ποτέ σε συνθήκες να βιώσουν την ελληνική πραγματικότητα, όπως την βίωσε ο ελληνικός λαός, ή δεν θέλησαν να την βιώσουν για λόγους οικογενειακούς, ιδεολογικούς ή άλλους, κατά τον Καστοριάδη, δεν ενεργούν δημοκρατικά, αν επιδιώκουν να επιβάλουν την ιδεολογία τους, ως αυτοί να είναι οι “φωτισμένοι”, που πρέπει να οδηγήσουν στα “φώτα” τους το λαό, τον οποίο απαξιούν να ερωτήσουν αν συμφωνεί μαζί τους και του οποίου περιφρονούν τα βιώματα.

Κι επειδή φέτος είναι τα 100 χρόνια από τη γέννηση του σημαντικού συγγραφέα και δημοκρατικών πεποιθήσεων διανοουμένου Γιώργου Θεοτοκά, να θυμίσουμε τι έχει γράψει για τα αισθήματα τα δικά του – εκείνος βίωσε στην ελληνική ζωή – και του ελληνικού λαού για την Ορθοδοξία και για τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας:

“Αυτή η θαλπωρή, αυτά τα ζεστά πνευματικά κύματα που μεταδίδονται ακατάπαυστα, σ΄ όλην την Ελλάδα, από τους ορθόδοξους ναούς κι από τις βυζαντινές τους ακολουθίες, αποτελούν στοιχείο συστατικό, εκ των ων ουκ άνευ, της ελληνικής ζωής. Για τούτο και δεν μπορεί να νοηθεί στην Ελλάδα χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας ούτε υπήρξε εδώ ποτέ αντικληρικό πολιτικό κίνημα, όπως συνέβη αλλού. Επικρίνουμε συχνά την Εκκλησία – κάποτε μάλιστα με δριμύτητα – αλλά την επικρίνουμε από μέσα, σαν μέλη της που απαιτούμε από αυτήν να γίνει καλύτερη. Δεν την πολεμούμε σαν να είναι ξένο σώμα, από το οποίο ζητούμε να χωριστούμε”. (Γιώργου Θεοτοκά ” Πνευματική πορεία”, Εστία, 1994, σελ. 134).

Διότι η πρόθεση τουλάχιστον ορισμένων είναι η μεταφορά στην Ελλάδα του άθρησκου κράτους, που επεβλήθη στη Γαλλία μετά την επανάσταση του 1789 και την ψήφιση του Νόμου περί χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας το 1905. Στον ιδεολογικό αντιχριστιανικό τους φανατισμό δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι κάθε λαός έχει τη δική του παράδοση, που δεν είναι εύκολο να επιβληθεί σε άλλον. Κατά τον Olivier Roy:

“Το άθρησκο πολιτειακό καθεστώς είναι συνδεδεμένο με ένα συγκεκριμένο ιστορικό και πολιτικό γεγονός: τη θέληση να απαλλαγεί το Γαλλικό Κράτος και η κοινωνία από την επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας περισσότερο, παρά από τη θρησκεία γενικά. Η Γαλλική Δημοκρατία οικοδομήθηκε με βάση της την εχθρότητα προς την Καθολική Εκκλησία. Το άθρησκο γαλλικό κράτος είναι ιστορικά μια υπόθεση μεταξύ του Δημοκρατικού κράτους και της Καθολικής Εκκλησίας΄ θεμελιώθηκε πάνω στον αντικληρικαλισμό. Πρόκειται για μαχητική αντιχριστιανική ιδεολογία, που σημαδεύθηκε με βιαιότητα λεκτική και αναθεματισμούς, που σήμερα βρίσκει κανείς στην πολεμική του γαλλικού κράτους προς το Ισλάμ. Χονδρικά η σύγκρουση αυτή διήρκεσε από το 1790 έως το 1924, όταν η Εκκλησία αποδέχθηκε τον Νόμο του 1905. Προεκτάθηκε γύρω από την σχολική εκπαίδευση. Το πολεμικό κλίμα που η Γαλλία γνώρισε από το 1790 έως το 1981 ( ή το 1984 με την μεγάλη διαδήλωση προς υποστήριξη του ιδιωτικού σχολείου) συμπυκνώνεται σχεδόν καθ΄ ολοκληρία επί του ζητήματος της πολιτικής θέσης έναντι της Καθολικής Εκκλησίας: στην πραγματικότητα η υπεράσπιση της “λαϊσιτέ” ήταν χωρίς αμφιβολία ο μόνος κοινός παρονομαστής των “αριστερών” δυνάμεων”. Το χαρακτηριστικό του άθρησκου κράτους και της περιθωριοποιημένης Εκκλησίας, όπως το περιγράφει ο Roy, ήταν αρχικά ένα σύνολο νόμων, προτού να γίνει ένα σύστημα σκέψης. Γιατί και στον κοινό παρονομαστή υπήρξαν διαφοροποιήσεις, φιλοσοφικές ή/και ιδεολογικές. ( Οlivier Roy “La laicite face `a l΄ Islam”, Stock, 2005, p. 37-39).

Ο Πιέρ Καν ονομάζει το καθιερωθέν σύστημα άθρησκου κράτους στη Γαλλία εξαίρεση στον κανόνα σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας σε όλες τις αναπτυγμένες χριστιανικές χώρες της Δύσης, τις οποίες, όπως σημειώνει, δεν τις θεωρεί λιγότερο δημοκρατικές από τη χώρα του. Όπως γράφει σε βιβλίο του, στη Γερμανία οι χριστιανικές Εκκλησίες – Καθολική, Προτεσταντική, Ορθόδοξη – τυγχάνουν αναγνώρισης κρατικής για τον ρόλο τους μέσα στην κοινωνία και διαθέτουν πολιτική επιρροή, που δια του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος έχει γίνει αποδεκτή από το λαό΄ επίσης η θρησκευτική εκπαίδευση είναι υποχρεωτική και το Γερμανικό Σύνταγμα διακηρύσσει την ευθύνη του γερμανικού λαού ” ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων”.

Ακόμη, ο Καν αναφέρει ότι στην Αγγλία η Εκκλησία είναι κρατική και πως σε όλες τις δημοκρατικές χώρες της Ευρώπης, καθώς και στις ΗΠΑ οι σχέσεις της Πολιτείας με την Εκκλησία δεν έχουν καμία σχέση με αυτήν που επικράτησε μετά το 1905 στη Γαλλία, στην οποία πάντως σήμερα υπάρχει μεγάλος σκεπτικισμός για τα αποτελέσματα της επί 200 και πλέον χρόνια πολεμικής κατά της Καθολικής Εκκλησίας. Επίσης σημειώνει ότι η Τουρκία του Κεμάλ και των επιγόνων του ισχυρίζεται ότι είναι άθρησκο κράτος τύπου Γαλλίας, αλλά στην ουσία είναι ένα αυταρχικό κράτος, που δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία. ( Pierre Kahn “La laicite΄ “, Le Cavalier Bleu, 2005, p. 19-24).

Την ίδια άποψη με τον Κahn είχε διατυπώσει νωρίτερα ο καθηγητής και πρ. Υπουργός κ. Ευάγ. Βενιζέλος. Όπως γράφει, κάθε κράτος ρύθμισε τη σχέση του με την Εκκλησία ή μάλλον με το θρησκευτικό φαινόμενο, με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τη δική του ιδιαίτερη ιστορική εμπειρία και με τα δεδομένα της δικής του κοινωνίας των πολιτών. Ετσι εξηγείται, κατά την άποψη του, γιατί η γαλλική εμπειρία του λαϊκού κράτους είναι τελείως διαφορετική από την γερμανική επιλογή σεβασμού σε όλες τις γνωστές θρησκείες ( συμπεριλαμβανομένης και της ορθόδοξης), από το σκανδιναβικό μοντέλο της κρατικής (λουθηρανικής) εκκλησίας, ή από την ιταλική λύση της ρύθμισης των σχέσεων με την ρωμαιοκαθολική εκκλησία μέσω κονκορδάτου. ( Ευαγ. Βενιζέλου ” Οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας”, Εκδ. “Παρατηρητής”, Θεσσαλονίκη, 2000, σελ. 45).

Σημειώνεται ότι η Καθολική Εκκλησία έχει υπογράψει κονκορδάτα με πλείστες χώρες της Δύσης. Σε επίρρωση των προηγουμένων ο κ. Βενιζέλος υποστηρίζει ότι είναι θεωρητικά δυνατό ένα κράτος να σέβεται χωρίς καμία παρέκκλιση ή επιφύλαξη τη θρησκευτική ελευθερία και ταυτοχρόνως στο κράτος αυτό να ισχύει το καθεστώς της επίσημης ή κρατικής θρησκείας. Και αντιστρόφως είναι δυνατό ένα κράτος το οποίο εμφανίζεται ως “λαϊκό” να παραβιάζει είτε συστηματικά είτε κατά περίπτωση τη θρησκευτική ελευθερία (αυτ. σελ. 133).

Και όσον αφορά στην Ελλάδα τονίζει ότι το ισχύον Σύνταγμα της χώρας διαμορφώνει ένα ευρύχωρο και επαρκώς ισορροπημένο πλαίσιο, μέσα στο οποίο και η θρησκευτική ελευθερία μπορεί να είναι πλήρως προστατευμένη στην πράξη, εφόσον το θελήσει ο νομοθέτης και ο δικαστής, και οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας μπορεί να ρυθμίζονται με αμοιβαία αποδεκτό τρόπο, χωρίς αγκυλώσεις και υπερβολές και χωρίς να θίγεται η θρησκευτική ελευθερία κανενός. (αυτ. σελ. 212).

Και κατά τον μεγάλο Ελληνα διανοούμενο Κώστα Παπαϊωάννου το θέμα της αντιμετώπισης της θρησκείας και της βίαιης απομάκρυνσης του ανθρώπου από την ιστορική του ζωή και διαδρομή θέλει ιδιαίτερη προσοχή. Ακόμη και ο Hegel, όπως γράφει, αν και στα πρώτα του χρόνια περίμενε τη σωτηρία από την εμφάνιση μιας “θρησκείας του λαού”, που θα κατέλυε τη “δυστυχισμένη συνείδηση” και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις μιας επιστροφής στο αρχαίο ελληνικό ήθος, το “φιάσκο” της Γαλλικής Επανάστασης, τον έκανε γρήγορα να αλλάξει γνώμη “Μετά τη δημοσίευση της “Φαινομενολογίας” του, το 1807, ζητάει ολοένα και περισσότερο από τη Φιλοσοφία αυτή τη συμφιλίωση του ανθρώπου με την ιστορική του ύπαρξη, που τελικά θα τον οδηγήσει στην πιο κονφορμιστική, μονοσήμαντη και κατηγορηματική κατάφαση του Πρωσικού κράτους και της Πρωσικής ιεραρχίας” ( Κ. Παπαϊωάννου “Μάζα και ιστορία”, Εναλλακτικές εκδόσεις, 2003, σελ. 161-165).

Η Γαλλική Επανάσταση χρησιμοποίησε εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας τα κύρια στοιχεία του Χριστιανισμού: ” Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη”. Και επιδίωξε να τον υποκαταστήσει. Αλλά έφτασαν οι πρωταγωνιστές της σε ακρότητες και διολίσθησαν σε γελοιότητες, έως ότου ήρθε ο Ναπολέων, ο αυτοκράτωρ. Ο “ιεραπόστολος” του αθεϊσμού και του αποχριστιανισμού της Γαλλίας Πιερ Γκασπάρ Σωμέτ (1763-1794), μαζί με τον ακραίο επαναστάτη και πρώην ταξιθέτη της όπερας Ζακ Ρενέ Εμπέρ (1757-1794), εισηγήθηκαν την καταστροφή των αγαλμάτων της Παναγίας, την καταστροφή των σταυρών και το κόψιμο των κυπαρισιών (!) από τα νεκροταφεία, και την αντικατάσταση τους από ανθώνες, στους οποίους να δεσπόζει το άγαλμα του Μορφέα, τους διωγμούς έως και τον θάνατο σε όσους αντιστέκονταν στις ιδέες τους, την μετατροπή των θρησκευτικών σε “λαϊκές” τελετές και την μετατροπή της Παναγίας των Παρισίων σε ναό του Λόγου. Η υπερεργασία τους στις γκιλοτίνες προκάλεσαν τον τρόμο στον ίδιο τον Ροβεσπιέρο που καρατόμησε και τους δύο, πριν καρατομηθεί και ο ίδιος. Κι αν το 1789 ίσχυε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η Γαλλία του Ροβεσπιέρου θα είχε παραπεμφθεί στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια για διαρκή παραβίαση του Αρθρου 9, που αναφέρεται στην “ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας, δημοσία ή κατ΄ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών”.

Θα τελειώσουμε με μιαν ακόμη σκέψη του Γ. Θεοτοκά: ” Ο Ελληνισμός, ως κοινωνικοπολιτική ενότητα, ανήκει στην κοινότητα των εθνών του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μες στην Ευρώπη έχουμε την ιδιοτυπία μας και τις πνευματικές μας παραδόσεις, που δίνουν αξία και βάθος στην εθνική μας ζωή. Οι παραδόσεις αυτές είναι η ελληνική γραμματεία, η Ορθοδοξία και το φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα του Εικοσιένα ( Ρήγας, Κοραής, Σολωμός, Κάλβος, Μακρυγιάννης). Η Ορθοδοξία, ειδικότερα, ως η γνησιότερη και θερμότερη έκφραση του πνεύματος του χριστιανισμού, η πλησιέστερη στις πρώτες πηγές του, συνυφάνθηκε τόσο πολύ με τη γλώσσα μας, με την ελληνική σκέψη και παιδεία και με την όλη εθνική μας πορεία, ώστε αν τη χάναμε ποτέ, θα χάναμε τον ίδιο τον εαυτό μας” ( Γ. Θεοτοκά ” Η Ορθοδοξία στον καιρό μας”, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 1975, σελ. 36).

 

Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος

Ελεύθερος Τύπος, 11/12/2005

 

σχέσεις κράτους-εκκλησίας

Μέλος

Newsletter