• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Σχέδιο νόμου για το άσυλο: ταχύτητα σε βάρος των δικαιωμάτων;

 

Το σχέδιο νόμου για τις αλλαγές στην διαδικασία ασύλου κατατέθηκε ήδη προς ψήφιση στη Βουλή μετά από μια εξαιρετικά σύντομη διαβούλευση. Η ακραία αυτή σπουδή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί πειστικά από οποιονδήποτε λόγο κατεπείγοντος καθότι ως έναρξη ισχύος του νόμου ορίζεται η 1-1-2020. Είναι αναπόφευκτο να αποκομίσει κανείς την εντύπωση ότι η σπουδή αυτή αποβλέπει να περιορίσει στο ελάχιστο τις τεκμηριωμένες αντιδράσεις, τη στιγμή μάλιστα που από μόνο του το γεγονός ότι το νομοσχέδιο αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων μιας ιδιαίτερα ευάλωτης ομάδας ανθρώπων, των αιτούντων διεθνή προστασία και των αναγνωρισμένων προσφύγων, θα επέβαλε την όσο πιο διεξοδική συζήτηση με την κοινωνία των πολιτών. .

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το νομοσχέδιο περιέχει σημαντικές καινοτομίες. Είναι όμως εντυπωσιακό ότι, σύμφωνα με όσα δέχονται οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της, όλες οι καινοτομίες αφορούν σε περιορισμούς δικαιωμάτων, σε εκπτώσεις από δικαιώματα, σε γενίκευση επαχθών μέτρων, όπως η κράτηση.

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου θεωρεί ότι το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει ρυθμίσεις ιδιαίτερα προβληματικές από την σκοπιά των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ουσιαστικής τήρησης των διεθνών συμβάσεων για τα δικαιώματα των αιτούμενων και των δικαιούμενων διεθνή προστασία.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σχέδιο νόμου:

– Δεν θα συνυπολογίζεται πλέον ως χρόνος κράτησης το διάστημα που αυτό το μέτρο είχε επιβληθεί στο πλαίσιο της επιστροφής (απέλασης). Η ρύθμιση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρη αύξηση του χρονικού ορίου κράτησης. Η εκτεταμένη επιβολή του μέτρου σε συνδυασμό με τις προβληματικές συνθήκες στα προαναχωρησιακά κέντρα κράτησης αντιβαίνει στις θεμελιώδεις εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Η  μετατροπή ενός εξαιρετικού μέτρου, όπως είναι η διοικητική κράτηση, σε εργαλείο γενικευμένης αποτροπής  αιτημάτων ασύλου εκθέτει τους μεν πολίτες τρίτων χωρών που το υφίστανται σε πραγματικό κίνδυνο εξευτελιστικής και ταπεινωτικής μεταχείρισης, κατά παράβαση των εγγυήσεων του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, την δε Ελλάδα στον κίνδυνο νέων καταδικαστικών αποφάσεων. Παράλληλα, η κατάργηση του αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της αρχικής απόφασης κράτησης και της απόφασης παράτασης συνιστά μείωση των διαδικαστικών εγγυήσεων των αιτούντων και εδραιώνει την εντύπωση ότι στη στάθμιση μεταξύ προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ανάγκης ταχείας διεκπεραίωσης της διαδικασίας, νικήτρια θα βγαίνει εξ ορισμού η δεύτερη.

– Θεσπίζεται η δυνατότητα απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας ως αβάσιμης εν όψει της παραβίασης αυτού που ορίζεται ως “επιβαλλόμενο καθήκον συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές”. Ομοίως διευρύνεται σημαντικά το πεδίο των περιπτώσεων που τεκμαίρουν αμάχητα  την σιωπηρή ανάκληση της αίτησης με συνέπεια και πάλι την απόρριψη αυτής ως αβάσιμης. Πρόκειται για ρυθμίσεις που υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσουν σε καταχρήσεις από την πλευρά της διοίκησης, ενώ είναι προδήλως δυσανάλογες και αντίθετες προς την σχετική οδηγία που ορίζει ότι για να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα θα πρέπει να προηγηθεί μια επί της ουσίας εξέταση.

–  Περιορίζεται η ανασταλτική δύναμη της προσφυγής με την πρόβλεψη σειράς περιπτώσεων στις οποίες η προσφυγή δεν αναστέλλει την διαδικασία επιστροφής. Κατ’ αυτόν όμως τον τρόπο μεγάλος  αριθμός αιτούντων εκτίθεται σε κίνδυνο επιστροφής πριν κριθεί τελεσίδικα κατ’ ουσία η αίτησή τους, με αποτέλεσμα να πλήττεται ανεπανόρθωτα το θεμελιώδες δικαίωμά τους για παροχή έννομης προστασίας..

– Περιορίζεται και υπονομεύεται σημαντικά το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, σε αντίθεση με τους ορισμούς της σχετικής Οδηγίας. Απαιτείται από πρόσωπα που κατά κανόνα στερούνται αποτελεσματικής νομικής συμπαράστασης και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα η ανάπτυξη συγκεκριμένων λόγων προσφυγής κατά της βασιμότητας της απορριπτικής απόφασης. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την σύντμηση των προθεσμιών, την αυστηροποίηση των διαδικασιών και με το μικρό αριθμό δικηγόρων που παρέχουν στην Υπηρεσία Ασύλου δωρεάν νομική βοήθεια, φανερώνουν ότι η αρχική δήλωση της κυβέρνησης περί κατάργησης του δεύτερου βαθμού, υλοποιείται τελικά, παρά τα προσχήματα.

–  Προβλέπεται η αναγκαστική αποχώρηση από τις Δομές Υποδοχής και Φιλοξενίας εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου όσων το αίτημα για άσυλο ή επικουρική προστασία έχει γίνει δεκτό. Παραλείπεται όμως όλως δι’ όλου κάποια σύνδεση της αποχώρησης αυτής με την προηγούμενη διασφάλιση στοιχειωδών όρων ενταξιμότητας ή, έστω, κάποια εξαίρεση για όσους τυχόν έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ευαλωτότητας. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί παρά να δημιουργεί πολύ σοβαρή ανησυχία για την παρώθηση όσων αναγκάζονται σε αποχώρηση στην αστεγία και την κοινωνική περιθωριοποίηση.

– Περιορίζεται σοβαρά το δικαίωμα πρόσβασης των αιτούντων στην αγορά εργασίας, μέσω προσδιορισμού σημαντικού χρονικού διαστήματος αποκλεισμού τους από αυτήν. Είναι βέβαιο ότι το μέτρο αυτό θα ευνοήσει την αδήλωτη απασχόληση, ενώ, σε αντίθεση με τα οριζόμενα στη σχετική Οδηγία, το δικαίωμα πρόσβασης στην εργασία αφαιρείται σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης στον πρώτο βαθμό.

– Σε συνέχεια του αποκλεισμού των αιτούντων άσυλο από την διαδικασία απόδοσης ΑΜΚΑ, προβλέπεται η χορήγηση Κάρτας Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού (Κ.Υ.Π.Α.) στους αιτούντες άσυλο, μέχρι να αποκτήσουν δικαίωμα εργασίας. Ωστόσο, υπενθυμίζουμε ότι η υγειονομική κάλυψη των αιτούντων άσυλο με την έκδοση Κ.Υ.Π.Α. παραμένει σε εκκρεμότητα εδώ και τρία έτη. Εν όψει αυτών είναι εύλογο να ανησυχεί κανείς σοβαρά για τον βαθμό στον οποίο θα διασφαλίζεται στην πράξη η πρόσβαση του προσφυγικού πληθυσμού στην υγεία και περίθαλψη.

– Γενικεύεται η δυνατότητα επιβολής γεωγραφικού περιορισμού σε όλες τις περιοχές της χώρας. Η εφαρμογή  αυτού του μέτρου, χωρίς την πρόβλεψη για την ύπαρξη κατάλληλων και επαρκών δομών και συνθηκών κοινωνικής ένταξης, δημιούργησε τα πολύ σοβαρά αδιέξοδα που όλοι γνωρίζουμε στα νησιά. Η γενίκευση του μέτρου σε συνδυασμό με την εν γένει χειροτέρευση της θέσης των αιτούντων, απλά θα αυξήσει τα υπάρχοντα γκέτο και σε άλλες περιοχές της χώρας, οι οποίες είναι πιθανό να κληθούν να αντιμετωπίσουν εκρηκτικές καταστάσεις.

– Περιορίζεται η προστασία που παρέχεται στους δικαιούμενους επικουρική προστασία σε αντίθεση με τα οριζόμενα στη σχετική Οδηγία περί εξομοίωσης των δικαιωμάτων τους με αυτά των προσφύγων.

– Επανακαθορίζεται και περιορίζεται ο ορισμός της οικογένειας κατά τρόπο που δεν διασφαλίζεται η ενότητα των προσφυγικών οικογενειών.

– Υιοθετείται κατάλογος ασφαλών χωρών καταγωγής και βάσει αυτού κατασκευάζεται η έννοια του “προσφυγικού προφίλ”, κάτι που αντιβαίνει στην απαγόρευση διακρίσεων μεταξύ προσφύγων λόγω φυλής ή χώρας καταγωγής, αλλά και θέτει εν αμφιβόλω στην πράξη τη θεμελιώδη αρχή της συγκεκριμένης εξέτασης κάθε ατομικού αιτήματος στην ιδιαιτερότητά του.

Δυστυχώς η απαρίθμηση προβληματικών διατάξεων θα μπορούσε να συνεχιστεί επί μακρόν. Δεν είναι στις προθέσεις μας να παραβλέψουμε την πρακτική διευκόλυνση που παρέχει στα όργανα του κράτους όσο και στους νομικούς της πράξης η συστηματική κωδικοποίηση των πράγματι διάσπαρτων σε περισσότερα νομοθετήματα ρυθμίσεων προσφυγικού δικαίου. Ωστόσο, η επιτυχία ενός νομοθετήματος που αφορά ζωτικά δικαιώματα ανθρώπων σε τόσο ευάλωτη θέση όσο οι πρόσφυγες δεν μπορεί να κρίνεται από την νομοτεχνική του συστηματικότητα, αλλά από την ποιότητα των ρυθμίσεών του όσον αφορά την αποτελεσματική προστασία των προσφύγων. Γιατί, παρ’ όλες τις προσπάθειές μας, δεν βρήκαμε  ουσιώδεις διατάξεις  με τις οποίες να θεσπίζονται ή να διευρύνονται τα ήδη υπάρχοντα δικαιώματα των αιτούμενων διεθνή προστασία ή των αναγνωρισμένων προσφύγων. Δεν βρήκαμε ουσιώδεις διατάξεις που να μας δίνουν την ελπίδα ότι θα βελτιωθούν οι άθλιες συνθήκες υποδοχής ή ότι υπάρχει ένα σχέδιο για την ένταξη αυτών των ανθρώπων οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό – ανεξάρτητα από όσα ελπίζει η κυβέρνηση – πιθανότητα να παραμείνουν στη χώρα μας για αρκετό καιρό ή για πάντα και θα γίνουν συμπολίτες μας.

Αυτή η απουσία φοβόμαστε ότι είναι η μόνη καινοτομία του σχεδίου νόμου.

 

Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

25/10/2019

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2019

Essential SSL

Powered by Advalue