• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Συμβίωση ομοφύλων ζευγαριών: η κατοχύρωση μιας νέας μορφής οικογένειας

Με αφορμή την καταδικαστική για την Ελλάδα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το σύμφωνο συμβίωσης (Βαλλιανάτος και λοιποί κατά Ελλάδος, 7.11.2013), η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επισημαίνει ότι η ελληνική Πολιτεία οφείλει να συμμορφωθεί άμεσα, τροποποιώντας τη νομοθεσία της και συμπεριλαμβάνοντας στις ρυθμίσεις του σχετικού νόμου και τα ομόφυλα ζευγάρια.

Η υποχρέωση για σεβασμό των δικαιωμάτων των ομόφυλων ζευγαριών συνεπάγεται, επίσης, μεταξύ άλλων:

– αναγνώριση του δικαιώματος των ομόφυλων ζευγαριών να παντρεύονται, ακριβώς όπως μπορούν και τα ετερόφυλα ζευγάρια. Η ΕΕΔΑ επισημαίνει ότι ο γάμος αποβλέπει κατά πρώτο και κύριο λόγο στην προστασία των ατόμων που επιλέγουν να παντρευτούν και όχι στην προστασία του ίδιου του θεσμού του γάμου ως αντικειμενικής κατάστασης, η οποία πρέπει να διαιωνίζεται αναλλοίωτη και με τη μορφή που είχε παλαιότερα.

– αναγνώριση του δικαιώματος υιοθεσίας και στα ομόφυλα ζευγάρια. Η ποιότητα και αξία μιας οικογένειας και ενός γονέα δεν σχετίζονται από τη σεξουαλική ταυτότητα, αλλά ορίζονται από την αγάπη, την πίστη, την αυτοθυσία, την φροντίδα και την υπευθυνότητα.

Η ΕΕΔΑ επισημαίνει ότι τα ζευγάρια ατόμων του ιδίου φύλου δεν αναζητούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο θα παντρεύονται και υιοθετούν οι υπόλοιποι, ούτε τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το γάμο και την οικογένεια. Ζητούν απλώς, από την Πολιτεία κάτι αυτονόητο: να αναγνωρίσει μια πραγματικότητα και να μην αρνείται σε μια ομάδα ανθρώπων λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ένα θεμελιώδες δικαίωμα: το δικαίωμα καθενός να διαμορφώσει αυτόνομα τη ζωή του, να επιλέξει ανεπηρέαστα το (τη) σύντροφό του και να αποφασίζει ελεύθερα αν, πότε και με ποιον (ποια) θα συμβιώσει, θα παντρευτεί και θα διαμορφώσει την κοινή οικογενειακή του ζωή. 

1. Σύμφωνο Συμβίωσης

Πριν από μερικά χρόνια, η ελληνική Πολιτεία θέσπισε το λεγόμενο σύμφωνο συμβίωσης (νόμος 3719/2008). Η ψήφιση ενός νόμου που εκσυγχρονίζει το δίκαιό μας δεν θα μπορούσε παρά να χαιρετιστεί καταρχήν ως ένα θετικό μέτρο. Παρόλα αυτά, η ελληνική πολιτεία κατάφερε να βρεθεί, για μια φορά ακόμη, πίσω από τις πραγματικές ανάγκες ρύθμισης της κοινωνικής συμβίωσης. Και τούτο, αφού, αντί να φανεί κοινωνικά ευαίσθητη, η τότε κυβέρνηση αποδείχθηκε διπλά άτολμη: αφενός μεν απέναντι στα ετερόφυλα ζευγάρια τα οποία αφορούσε καταρχήν ο νόμος, αφετέρου δε απέναντι στα ομόφυλα, τα οποία απέκλεισε. 

Πράγματι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου, το σύμφωνο συμβίωσης καταρτίζεται μεταξύ δύο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο του ληξιαρχείου. Με το σύμφωνο συμβίωσης μπορεί να ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις των συμβληθέντων, η διατροφή του ενός συντρόφου από τον άλλο, ενώ αναγνωρίζεται κληρονομικό δικαίωμα (αν και περιορισμένο σε σχέση με το γάμο), στην περίπτωση θανάτου ενός εκ των συντρόφων. Όσον αφορά τα παιδιά, ο νέος νόμος προβλέπει, όπως συμβαίνει και στο γάμο, τεκμήριο καταγωγής από το σύμφωνο συμβίωσης, ενώ η γονική μέριμνα του παιδιού ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς.  Παρόλα αυτά, το σύμφωνο συμβίωσης είναι ανεπαρκές: και τούτο, αφού, ο εν λόγω νόμος αποστερεί αδικαιολόγητα από τους συμβιούντες από προνόμια που απολαμβάνουν οι έγγαμοι (λ.χ. δημοσιοϋπαλληλικού, εργατικού, ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού περιεχομένου). Έτσι, ενδεικτικά, το ΙΚΑ έχει ήδη αρνηθεί να χορηγήσει βιβλιάριο ασθενείας σε έγκυο γυναίκα, η οποία είχε συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με τον –ασφαλισμένο στο ΙΚΑ– σύντροφό της. Ενόψει των ανωτέρω μειονεκτημάτων γίνεται κατανοητό γιατί τόσο μικρή ακόμα μερίδα των ζευγαριών επιλέγουν το σύμφωνο συμβίωσης, σε σχέση με τους δύο τύπους γάμου: έτσι από τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, προκύπτει ότι το 2012 οι πολιτικοί γάμοι έφτασαν τις 25.730, οι θρησκευτικοί τους 23.980 και τα σύμφωνα συμβίωσης μόνο τα 314. 

Κυρίως, όμως, το σύμφωνο συμβίωσης ήταν άτολμο: και τούτο, διότι ήταν το μοναδικό σύμφωνο συμβίωσης σε όλη την Ευρώπη, το οποίο απευθυνόταν αποκλειστικά και μόνο σε ετερόφυλα ζευγάρια, δηλαδή σε αυτούς που, έτσι και αλλιώς, μπορούν να παντρευτούν. Όπως είχε τονίσει και η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, «με πρόσχημα την επίκληση μιας “κρατούσας” κοινωνικής ηθικής και το φόβητρο της αντίδρασης της Εκκλησίας, που δεν έχασε την ευκαιρία να μας θυμίσει ότι θεωρεί «πορνεία κάθε άλλη “συζυγική” σχέση εκτός γάμου κατά το Ορθόδοξο Τυπικό», η πολιτεία βρέθηκε για μια ακόμη φορά πίσω από τις πραγματικές ανάγκες ρύθμισης της κοινωνικής συμβίωσης. Τα ίσα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων δεν είναι πρόβλημα μόνον των ιδίων, ούτε ιδιωματισμός κάποιων άλλων. Είναι μέτρο μιας έννομης τάξης που θέλει να είναι φιλελεύθερη, σεβόμενη την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, την προσωπική και οικογενειακή ζωή του καθενός μας» (https://www.hlhr.gr/index.php?MDL=pages&SiteID=125). 

Αξίζει, επιπλέον, να σημειωθεί ότι όταν ψηφίσθηκε ο νόμος 3719/2008, η Ελλάδα ήταν μοναδική χώρα στην Ευρώπη που είχε θεσπίσει ένα σύμφωνο συμβίωσης αποκλειστικά για ετερόφυλα ζευγάρια. Για τα ζευγάρια δηλαδή που έτσι και αλλιώς είχαν τη δυνατότητα σύναψης γάμου. Οι ευρωπαϊκές νομοθεσίες για την αναγνώριση της ελεύθερης συμβίωσης είτε αναφέρονται αποκλειστικά σε ομόφυλα ζευγάρια (π.χ. Κροατία, Τσεχία, Δανία, Γερμανία, Πορτογαλία, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο, κλπ.) είτε επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των σχετικών νόμων τόσο στα ομόφυλα όσο και στα ετερόφυλα ζευγάρια (π.χ. Βέλγιο, Γαλλία, Ουγγαρία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία). Συνολικά, 23 ευρωπαϊκά κράτη έχουν ήδη θεσμοθετήσει το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών. 

Μπροστά στην αδικαιολόγητη αυτή διάκριση εναντίον τους, ζευγάρια προσώπων του ιδίου φύλου αντέδρασαν και προσέφυγαν δικαστικά ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το τελευταίο με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειάς του (Βαλλιανάτος και λοιποί κατά Ελλάδας, 7.11.2003) δικαίωσε πανηγυρικά τους ισχυρισμούς των ομόφυλων ζευγαριών για παραβίαση της οικογενειακής τους ζωής και καταδίκασε την Ελλάδα (άρθρα 8 και 14 της ΕΣΔΑ). 

Γιατί είναι σημαντική αυτή η απόφαση; Πρώτον, διότι επισημαίνει στην Ελλάδα ότι όταν μια Πολιτεία νομοθετεί, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στην κοινωνία και το γεγονός ότι δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να διαμορφώσει κανείς την προσωπική και οικογενειακή του ζωή. Δεύτερον, διότι τονίζει ότι η σταθερή συμβίωση μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου συνιστά οικογενειακή ζωή, ακριβώς όπως και η συμβίωση μεταξύ μιας γυναίκας και ενός άνδρα. Τρίτον, διότι υπογραμμίζει ότι ο νόμος αυτός έρχεται σε αντίθεση με το δικαίωμά των ομόφυλων ζευγαριών να αναπτύξουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να διαμορφώσουν αυτόνομα την οικογενειακή τους ζωή.

Ύστερα από την καταδικαστική αυτή απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, η ελληνική Πολιτεία καλείται να τροποποιήσει άμεσα τη νομοθεσία της και να συμπεριλάβει στις ρυθμίσεις του σχετικού νόμου και τα ομόφυλα ζευγάρια. Όσο για τις τυχόν ήδη εκφρασθείσες κυβερνητικές επιφυλάξεις σχετικά με την έννοια της συμμόρφωσης σε καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, το Δικαστήριο του Στρασβούργου είναι σαφές: όπως το ίδιο τόνισε, η υποχρέωση συμμόρφωσης προς μια οριστική απόφασή του δεν εξαντλείται με την καταβολή του ποσού που επιδικάσθηκε ως δίκαιη αποζημίωση. Αντίθετα, τα κράτη μέλη οφείλουν να «επιλέξουν τα γενικά ή /και τα ατομικά μέτρα, εάν τούτο απαιτείται, τα οποία θα πρέπει να υιοθετηθούν στην εθνική έννομη τάξη προκειμένου να λάβει τέλος η παραβίαση που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο» (Scozzari κατά Ιταλίας, 13.7.2000).

2. Γάμος

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου τονίζει ότι η υποχρέωση ίσης μεταχείρισης των ομόφυλων ζευγαριών δεν εξαντλείται στη ρητή συμπερίληψή τους στο σύμφωνο συμβίωσης. Αντίθετα, η Ελλάδα οφείλει να αναγνωρίσει ρητά το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών να παντρεύονται, ακριβώς όπως μπορούν και τα ετερόφυλα ζευγάρια. Σημειωτέον ότι, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ήδη 9 κράτη (Δανία, Ισπανία, Βέλγιο, Γαλλία, Ισλανδία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία) έχουν ήδη επεκτείνει τη δυνατότητα σύναψης γάμου και στα ομόφυλα ζευγάρια.

Το Σύνταγμά μας εγγυάται το γάμο τόσο ως «θεσμική εγγύηση» όσο και ως ατομικό δικαίωμα, δηλαδή ως ευχέρεια του καθενός να αποφασίζει ελεύθερα αν, πότε και με ποιον (ή ποια) θα νυμφευθεί (άρθρο 21§1). Μήπως, όμως, ο γάμος προστατεύεται ως «θεσμός» με συγκεκριμένο ιστορικά περιεχόμενο, ως ένωση –δηλαδή– ανδρός και γυναικός και δεν είναι δυνατή η επέκτασή του και στα ομόφυλα ζευγάρια; Η απάντηση είναι αρνητική. 

Ο γάμος δεν είναι ένα αποκρυσταλλωμένο και αναλλοίωτο κοινωνικό μόρφωμα, το οποίο προστατεύεται από κάθε «ξένη» πρόσμιξη. Με άλλα λόγια, συνταγματική προστασία του γάμου δεν σημαίνει ότι ο γάμος πρέπει να διαιωνίζεται με τη μορφή που είχε κατά τη θέσπιση του ισχύοντος Συντάγματος. Εξάλλου, το Σύνταγμα δεν ορίζει (ούτε πρέπει να ορίζει) τι είναι γάμος. Προστατεύει απλώς τον γάμο και επιβάλλει την προστασία του από την Πολιτεία, όποιος και αν είναι αυτός. 

Πράγματι, ο γάμος αποβλέπει κατά πρώτο και κύριο λόγο στην προστασία των φορέων του αντίστοιχου δικαιώματος και όχι στην προστασία του ίδιου του θεσμού του γάμου ως αντικειμενικής κατάστασης. Και τούτο, διότι ο γάμος και οι κανόνες που τον διέπουν, δημιουργήθηκαν όχι για την προστασία της ιδέας ή του κοινωνικού μορφώματος του γάμου αλλά για την προστασία των ατόμων που επιλέγουν να παντρευτούν.

Έτσι, θεσμική εγγύηση του γάμου σημαίνει, αφενός μεν ότι το Κράτος οφείλει να θεσπίσει τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι κατάλληλες και αναγκαίες για την διαφύλαξη και την προαγωγή του γάμου, αφετέρου δε ότι η σύναψη ενός γάμου δεν είναι συνταγματικά ανεκτό να επιφέρει στα άτομα δυσμενείς συνέπειες. Η συνταγματική εγγύηση του γάμου αποκλείει την κατάργηση του γάμου από τον κοινό νομοθέτη. Αντίθετα, δεν αποκλείει τη νομοθετική του τροποποίηση. 

Σύμφωνα με την αντίθετη άποψη, όμως, η νομοθετική τροποποίηση του γάμου δεν μπορεί να μεταβάλει και τα βασικά χαρακτηριστικά του. Και η διαφορά φύλου είναι –σύμφωνα, πάντα, με την ίδια άποψη- ένα τέτοιο δομικό χαρακτηριστικό. Αν υποτεθεί ότι στα δομικά στοιχεία του γάμου (εκτός από τα ελάχιστα δομικά στοιχεία: δηλαδή την ελεύθερη βούληση των μελών του για διαρκή συμβίωση και την τυπική σύναψή του) περιλαμβάνεται και η διαφορά φύλου, τότε πρέπει να εξηγηθεί γιατί ισχύει κάτι τέτοιο. Μόνη λογική εξήγηση είναι η αναγκαία σύνδεση του γάμου με την δημιουργία οικογένειας, η απόδοση σε αυτόν του σκοπού απόκτησης (και ανατροφής) παιδιών. Όσο ο γάμος αποτελούσε νομικά τη μόνη βάση της οικογένειας, κάτι τέτοιο θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί. Ήδη όμως, από τη δεκαετία του ‘70, η κρατούσα γνώμη αποσυνδέει τον γάμο από την απόκτηση παιδιών, κάτι που έχει επιβεβαιώσει (εκτός της νομοθεσίας) και η νομολογία διεθνώς, αναγνωρίζοντας τη de facto (χωρίς γάμο) οικογένεια. Πλέον γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα στο γάμο είναι διακριτό από το δικαίωμα απόκτησης τέκνων και δημιουργίας οικογένειας. Το αντίθετο δε θα λάμβανε καθόλου υπόψιν, το γεγονός ότι μπορούν να συνάψουν έγκυρο γάμο ζευγάρια, ανεξάρτητα από τη βιολογική δυνατότητά τους ή και την επιθυμία τους να τεκνοποιήσουν.

Τα τελευταία χρόνια συντελείται ένας συνολικός επαναπροσδιορισμός της έννοιας του γάμου, ο οποίος ως κοινωνικό μόρφωμα απομακρύνεται από τις αρχικές, «φυσικές» και ιστορικές του συντεταγμένες. Στο πλαίσιο αυτό, ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να αναπροσαρμόσει τις προϋποθέσεις και τους όρους σύναψης του γάμου και να αποτυπώσει νομοθετικά τις αλλαγές που έχουν ήδη συντελεστεί στην κοινωνία. 

Μήπως, όμως, εντέλει η αναγνώριση του δικαιώματος σύναψης γάμου σε ζευγάρια του ιδίου φύλου έρχεται σε αντίθεση με τα ήθη και έθιμα του τόπου μας και με τον «παραδοσιακό» ορισμό του γάμου, ως ένωσης ανάμεσα σε γυναίκα και άνδρα; Καταρχήν, το να επιχειρηματολογεί κάποιος, ξεκινώντας από τον ορισμό του γάμου κάνει ένα μεθοδολογικό σφάλμα, αφού ξεκινά κατ’ ουσίαν από το ζητούμενο. Ο κάθε ορισμός δεν κάνει τίποτα άλλο από το να αναπαράγει τα εκάστοτε κυρίαρχα δεδομένα και τις κρατούσες αντιλήψεις. Περαιτέρω, η μακροχρόνια ύπαρξη ενός θεσμού ή απλώς μιας νομικής και πραγματικής κατάστασης δεν τα μετατρέπει -άνευ άλλου- και σε στοιχεία άξια έννομης προστασίας και διατήρησής τους εις το διηνεκές. Διαφορετικά, θα έπρεπε να συνεχίζεται μέχρι σήμερα ο ιστορικά εδραιωμένος από την αρχαιότητα «θεσμός» της δουλείας ή, για να έρθουμε και στο παράδειγμα του γάμου, θα έπρεπε να παραμένει ακόμα «αδιανόητος» ο γάμος μεταξύ ατόμων διαφορετικού χρώματος.

Ούτε, όμως, και το επιχείρημα της «ιερότητας» και της «θρησκευτικής φύσης» του γάμου, το οποίο προβάλλεται κατά κόρον από εκκλησιαστικούς κύκλους είναι ορθό, αφού αγνοεί παντελώς τη διαφοροποίηση μεταξύ πολιτικού και θρησκευτικού γάμου και την εγκαθίδρυση του πολιτικού τύπου γάμου ως ανεξάρτητου και ισότιμου συστατικού τύπου με τον θρησκευτικό. Με άλλα λόγια, η δυνατότητα των ζευγαριών ιδίου φύλου να παντρευτούν ούτε αναιρεί τη δυνατότητα στα ζευγάρια ετερόφυλων να συνάψουν θρησκευτικό γάμο, ούτε υποχρεώνει τους ιερείς να τελέσουν θρησκευτικό γάμο σε ζευγάρι ατόμων του ιδίου φύλου.

Μήπως, όμως, εντέλει η κοινωνία δεν είναι «έτοιμη» ακόμα για ένα τέτοιο βήμα; Το εν λόγω επιχείρημα, το οποίο κατά καιρούς προβάλλεται προκειμένου να στερεί από μια κοινωνική ομάδα τα δικαιώματα που απολαμβάνουν οι υπόλοιποι (π.χ. το δικαίωμα ψήφου από τις γυναίκες ή στην Αμερική τα πολιτικά δικαιώματα από τους μαύρους), δεν έχει θέση σε ένα κράτος δικαίου. Αν όντως τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν λόγο ύπαρξης δεν μπορεί να συμψηφίζονται ή να παρακάμπτονται με συντηρητικά κλισέ, κάτω από το φόβητρο της αντίδρασης της Εκκλησίας και της μικροπολιτικής ψηφοθηρίας ή επειδή απλώς ορισμένοι «ενοχλούνται». 

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου υπενθυμίζει, τέλος ότι η αναγνώριση του γάμου ομοφύλων ουδόλως θίγει τα δικαιώματα και τους όρους σύναψης γάμου μεταξύ ετεροφύλων. Τα ζευγάρια ατόμων του ιδίου φύλου δεν αναζητούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο θα παντρεύονται οι υπόλοιποι, ούτε πόσο μάλλον τις υποχρεώσεις και εν γένει τις έννομες συνέπειες που προκύπτουν από το γάμο. Ζητούν απλώς, από την Πολιτεία κάτι αυτονόητο: να αναγνωρίσει μια πραγματικότητα και να μην αρνείται σε μια ομάδα ανθρώπων λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ένα θεμελιώδες δικαίωμα: το δικαίωμα καθενός να διαμορφώσει αυτόνομα τη ζωή του, να επιλέξει ανεπηρέαστα το (τη) σύντροφό του και να αποφασίζει ελεύθερα αν, πότε και με ποιον (ποια) θα παντρευτεί.

3. Υιοθεσία

Εντέλει, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου τονίζει ότι η Ελληνική Πολιτεία οφείλει να παρέμβει και να ρυθμίσει θετικά τόσο τις σχέσεις γονέων και τέκνων στις οικογένειες ομόφυλων ζευγαριών που ζουν εδώ και καιρώ και έχουν παιδιά, όσο και το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών που θέλουν να αποκτήσουν τέκνο και δεν μπορούν. Και τούτο, αναγνωρίζοντας ρητά το δικαίωμα υιοθεσίας και στα ομόφυλα ζευγάρια.

Μήπως όμως το συμφέρον του παιδιού υπαγορεύει να μην ανατραφεί σε μια οικογένεια με γονείς του ιδίου φύλου; Η απάντηση είναι αρνητική. Πλέον, οι επιστήμονες συγκλίνουν στην άποψη αφενός μεν ότι οι σεξουαλικές προτιμήσεις των ατόμων είναι άσχετες με την ικανότητά τους να είναι καλοί γονείς, αφετέρου δε ότι τα παιδιά ομόφυλων γονιών δεν μεγαλώνουν με χειρότερο τρόπο από τα παιδιά των γονιών διαφορετικού φύλου, ούτε αναπτύσσουν εξ αυτού του λόγου συναισθηματικά ή άλλα ψυχολογικά προβλήματα (βλ. μεταξύ άλλων, American Academy of Pediatrics, North AmericanCouncil on Adoptable Children, American Psychiatric Association, American Academy of Child and Adolescent Psychiatry). Πράγματι, η ποιότητα και αξία μιας οικογένειας και ενός γονέα δεν σχετίζονται από τη σεξουαλική προτίμηση του τελευταίου προς το ένα ή το άλλο φύλο, αλλά ορίζονται από την αγάπη, την πίστη, την αυτοθυσία, την φροντίδα και την υπευθυνότητα.

Περαιτέρω, το δικαίωμα ίδρυσης οικογένειας και απόκτησης τέκνου από ένα ομόφυλο ζευγάρι δεν μπορεί να περιοριστεί εξαιτίας μιας αόριστης επίκλησης των χρηστών ηθών ή μιας υποτιθέμενης παραβίασης δικαιωμάτων των τρίτων, οι οποίοι δεν μετέχουν στην οικογένεια. Την ίδια τύχη έχουν και ορισμένα «ηθικολογικά» επιχειρήματα, τα οποία καλύπτονται πίσω από τον μανδύα του «συμφέροντος του παιδιού», όπως ότι δεν πρέπει να επιτραπεί η υιοθεσία, αφού τα παιδιά ομοφυλόφιλων θα «στιγματιστούν» κοινωνικά. Το επιχείρημα, όμως, αυτό δεν απαντά στο ερώτημα. Αντίθετα, απλώς νομιμοποιεί και διαιωνίζει την κοινωνική προκατάληψη για τους ομοφυλόφιλους και τα ομόφυλα ζευγάρια. 

Σημειωτέον ότι πολλά ευρωπαϊκά κράτη έχουν ρυθμίσει το ζήτημα της σχέσης τέκνων και ομόφυλων ζευγαριών, μέσω των νομοθετημάτων με τα οποία έχουν κατοχυρώσει θεσμικά είτε τη συμβίωση είτε τον γάμου προσώπων του ιδίου φύλου. Έτσι, σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν ήδη αναγνωρίσει δικαίωμα υιοθεσίας στα ομόφυλα ζευγάρια, μεταξύ άλλων, η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Ισπανία, η Δανία, η Σουηδία και η Αγγλία. Αντίστοιχα, άλλα κράτη (πχ. Γερμανία) προβλέπουν στη νομοθεσία τους για το σύμφωνο συμβίωσης ένα είδος «κοινής γονικής μέριμνας». 

Τέλος, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Β. κατά Γαλλίας, 22.1.2008) απεφάνθη ότι οι σεξουαλικές προτιμήσεις των ατόμων ή η συμβίωση μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου δεν πρέπει να αποτελούν εμπόδιο στην υιοθεσία τέκνων. Έτσι, και οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν μπορούν πλέον να απορρίψουν αίτηση υιοθεσίας βασιζόμενες στις σεξουαλικές της προτιμήσεις των αιτούντων. Και τούτο, είτε πρόκειται για μεμονωμένα άτομα, που δεν διστάζουν να αποκαλύψουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, είτε για άτομα του ιδίου φύλου που συμβιώνουν μεταξύ τους.

 

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2020

Powered by Advalue