• Ελληνικά
  • Αγγλικά

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Με τη στήριξη των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων:

Δίκτυο Κοινωνικής Στήριξης Προσφύγων και Μεταναστών

Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη

Ιατρικό Κέντρο Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ  ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ

 

Ο νέος μεταναστευτικός νόμος 3386/2005, αποτελεί μία επανάληψη όλων των προηγούμενων νομοθετικών ρυθμίσεων της τελευταίας 15ετίας, οι οποίες αντιμετώπισαν το φαινόμενο της μετανάστευσης αποτρεπτικά και περιοριστικά, προσπαθώντας να το αναχαιτίσουν. Από την άλλη πλευρά η δυναμική του φαινομένου της μετανάστευσης κατά την τελευταία 15ετία ανάγκασε το νομοθέτη να επέμβει αλλεπάλληλα με νομοθετικές πρωτοβουλίες για την ρύθμιση της κατάστασης των αλλοδαπών (και ήδη κατά την ορολογία του νέου νόμου υπηκόων τρίτων χωρών εκτός ΕΕ) που βρίσκονταν στην Ελλάδα εκτός της ασφυκτικής νομιμότητας του εκάστοτε νομοθετικού πλαισίου.

Ακολουθώντας πιστά τη λογική και το πνεύμα των προηγούμενων νομοθετικών ρυθμίσεων ο νέος νόμος αντιμετωπίζει τη διαδικασία της νομιμοποίησης των μεταναστών ως μία αναγκαστική διαδικασία για την τακτοποίηση των παράνομα διαμενόντων στην Ελλάδα. Η νομιμοποίηση των παράνομα διαμενόντων αντιμετωπίζεται από το νομοθέτη ως μία παροχή του κράτους προς αυτούς, η οποία θα πρέπει να έχει οικονομικό αντίκρισμα για το κράτος αφού για το νομοθέτη η εισροή μεταναστών προφανώς είναι ανεπιθύμητη. Συνεχίζεται έτσι η αντιμετώπιση των αλλοδαπών ως οικονομικών μονάδων, ως φθηνού εργατικού δυναμικού με περιορισμένα δικαιώματα και αντίστοιχα υπέρμετρες υποχρεώσεις, πράγμα που τροφοδοτεί την παραοικονομία και δημιουργεί ένα νέο περιθωριοποιημένο κοινωνικό στρώμα.

Ο νομοθέτης με το νέο νόμο εξήγγειλε την τρίτη κατά σειρά ευκαιρία νομιμοποίησης, όλων των παράνομα διαμενόντων στην Ελλάδα πριν την 31-12-2004 καθώς και την τακτοποίηση όλων των υπόλοιπων που βγήκαν εκτός του καθεστώτος νομιμότητας, λόγω της ανελαστικότητας και πολυπλοκότητας όλων των προηγούμενων ρυθμίσεων.

Ωστόσο, η πρώτη εφαρμογή του νέου νόμου μαρτυρεί ότι ακόμη και αυτή η εξαγγελθείσα τακτοποίηση των παράνομα διαμενόντων παραμένει λειψή και προβληματική. Οι εγκύκλιοι εφαρμογής του νέου νόμου, καθώς και η σχετική υπουργική απόφαση έχουν οδηγήσει σε πλήθος νομικών κενών, αντιφάσεων και δυσλειτουργιών, απειλώντας να καταστήσουν αδύνατη την νομιμοποίηση – τακτοποίηση των μεταναστών.

 

Στη συνέχεια θα παραθέσουμε τα κυριότερα προβλήματα της διαδικασίας νομιμοποίησης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Στόχος μας είναι να καταδείξουμε αυτά τα προβλήματα και να προβούμε σε προτάσεις για την αντιμετώπισή τους στο πλαίσιο του νέου νόμου, όσο βέβαια αυτό είναι δυνατό:

 

Α) ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 31/12/2004
Ο νόμος θέτει καταρχήν ως προϋπόθεση νομιμοποίησης τη διαμονή στην Ελλάδα μέχρι την 31/12/2004. Στη συνέχεια όμως αναφέρει μόνο πέντε συγκεκριμένα στοιχεία που μπορούν να την πιστοποιήσουν (κατοχή ΑΦΜ, απορριπτικής απόφασης ασύλου, ασφάλισης, βίζα και είσοδο στην Ελλάδα ή υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους), περιορίζοντας έτσι σημαντικά τον αριθμό των αλλοδαπών που μπορούν να επωφεληθούν από τις διαδικασίες νομιμοποίησης.

Δίνεται έτσι η εντύπωση ότι ο νόμος με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί μία διαφορετική από την αρχική κατηγορία νομιμοποιούμενων που είναι όσοι έχουν διαμονή στην Ελλάδα μέχρι την 31/12/2004 και διαθέτουν ένα από τα πέντε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Πέραν του νομικού ζητήματος εγείρεται και πολιτικό, καθώς η πολιτική ηγεσία εξήγγειλε νομιμοποίηση όλων των παράνομα διαμενόντων έως τις 31-12-2004.

‘Ηδη η πρόσφατη εγκύκλιος 30/2005 του Υπουργείου Εσωτερικών υπερκέρασε την προγενέστερη εγκύκλιο 26/2005 και δέχθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο διαμονής στη χώρα πριν την 31-12-2004 την έκδοση διαβατηρίου από αλλοδαπή προξενική αρχή στην Ελλάδα πριν την 31-12-2004. Από την άλλη μεριά όμως ακολουθώντας την ίδια περιοριστική λογική δεν δέχεται ως αποδεικτικά στοιχείa διαμονής στη χώρα άλλα στοιχεία, όπως την εγγραφή των μελών οικογενείας του αλλοδαπού στο βιβλιάριο υγειονομικής περίθαλψης.

 

Προτείνουμε

Για την απόδειξη της διαμονής στη χώρα πριν την 31/12/2004, να θεωρηθεί ότι η απαρίθμηση των αποδεικτικών εγγράφων για τη διαπίστωση της παραμονής στη χώρα που γίνεται στο άρθρο 91 του νέου νόμου είναι ενδεικτική και ότι περαιτέρω θα πρέπει να γίνονται δεκτά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως έγγραφα αντίστοιχα με αυτά που ζητούνταν για την υπαγωγή στο άρθρο 66 του Ν.2910/01, και πιο συγκεκριμένα :

Α/ Τα δημόσια έγγραφα (π.χ. παλαιές άδειες διαμονής, βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση άδειας εργασίας/παραμονής, αποδεικτικά φοίτησης σε δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα, έγγραφα δημόσιων νοσοκομείων, βεβαιώσεις απωλείας εγγράφων, αποφάσεις διοικητικής απέλασης με την προϋπόθεση ότι δεν εκτελέστηκαν).

Β/ Έγγραφα θεωρημένα από δημόσια αρχή (π.χ. μισθωτήριο θεωρημένο από ΔΟΥ, σύμβαση εργασίας με θεώρηση γνησίου υπογραφής)

Γ/ Άλλα έγγραφα (π.χ. τραπεζικά έγγραφα, λογαριασμοί κινητής τηλεφωνίας, κάρτες απεριόριστων διαδρομών κλπ.)

 

 

Σημείωση

– Ειδικά για τους αιτούντες άσυλο, προκειμένου να μην τεθούν σε δυσμενέστερη θέση από τους παράνομους αλλοδαπούς ως προς την απόδειξη της διαμονής τους, θα πρέπει να γίνεται δεκτό ως αποδεικτικό διαμονής στη χώρα πριν την 31/12/2004 κάθε δημόσιο έγγραφο το οποίο έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου: π.χ. αιτήσεις ασύλου που έχουν σφραγιστεί από δημόσια αρχή, σφραγίδες τρίμηνης ανανέωσης, ειδικά δελτία αλλοδαπού που έχει ζητήσει να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας (ροζ κάρτες), δελτία παραμονής αλλοδαπού για ανθρωπιστικούς λόγους, αποφάσεις διακοπής διαδικασίας ασύλου κ.α.

‘Ηδη η εγκύκλιος 30/2005 δέχθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο και την απόφαση διακοπής της διαδικασίας εξέτασης ασύλου ως μία μορφή απορριπτικής απόφασης ασύλου.

– Για τους αλλοδαπούς που εισήλθαν στη χώρα από άλλη χώρα Σένγκεν και για το λόγο αυτό δεν διαθέτουν σφραγίδα διαβατηριακού ελέγχου να ισχύσει το τεκμήριο της νόμιμης εισόδου στην Ελλάδα. Να τεκμαίρεται δηλαδή η είσοδός τους στη χώρα, εάν έχουν θεώρηση εισόδου (ή σφραγίδα εισόδου) στο χώρο Σένγκεν πριν την 30.09.2004 (καθώς το ανώτερο διάστημα παραμονής στον χώρο Σένγκεν ανέρχεται σε 3 μήνες, οπότε στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων των αλλοδαπών που εισήλθαν σε τρίτη χώρα Σένγκεν πριν την 31-12-2004, η είσοδός τους στην Ελλάδα έγινε εντός αυτού του τριμήνου). Εναλλακτικά, να γίνεται δεκτό ως αποδεικτικό το απόκομμα του εισιτηρίου με το οποίο ταξίδεψε ο αλλοδαπός προς την Ελλάδα ή σχετική βεβαίωση της ακτοπλοϊκής / αεροπορικής κλπ. εταιρείας.

Η πρόβλεψη της εγκυκλίου 30 ότι σε αυτή την περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο ενδεχόμενη παράταση του χρόνου διαμονής από αστυνομική αρχή του τριμήνου ελεύθερης κυκλοφορίας και εισόδου σε χώρο Σένγκεν καλύπτει ελάχιστες περιπτώσεις και δεν επιλύει το πρόβλημα αλλοδαπών καταγόμενων από χώρες, όπως π.χ. η Βουλγαρία (υπό ένταξη στην ΕΕ), που δεν διαθέτουν κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο διαμονής τους στη χώρα πριν τις 31-12-2004.

Επιπροσθέτως να δίδεται η δυνατότητα απόδειξης παραμονής σε πρόσωπα τα οποία κατέχουν θεώρηση εισόδου από άλλη χώρα Σένγκεν με ημερομηνία μετά την 30-9-2004, καθώς η διάκριση μεταξύ θεωρήσεων εισόδου στη χώρα και θεωρήσεων από άλλη χώρα Σένγκεν συνιστά «επαχθή πρωτοτυπία». Σε κάθε περίπτωση, ο αλλοδαπός ο οποίος εισήλθε στο χώρο Σένγκεν πριν την 31-12-2004 και μπορεί να αποδείξει την παραμονή του στην Ελλάδα έκτοτε, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου.

 

 
Β) Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΑΣΥΛΟ
Η περίπτωση των αιτούντων άσυλο είναι ιδιάζουσα, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι η ακολουθούμενη από τη Διοίκηση πρακτική παραβιάζει συστηματικά τα δικαιώματά τους. Έτσι, μεγάλη μερίδα των αιτούντων άσυλο, αντί να τυγχάνει της προστασίας που προβλέπει το εθνικό και διεθνές δίκαιο, εξαναγκάζεται ουσιαστικά να στραφεί στη διαδικασία νομιμοποίησης.

Η προβλεπόμενη για τους αιτούντες άσυλο διαδικασία νομιμοποίησης παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα.

Καταρχάς αποκλείει όσους έχουν υποβάλει αιτήσεις ασύλου και δεν έχουν λάβει απορριπτική απόφαση.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως είναι γνωστό, εδώ και χρόνια έχουν συσσωρευθεί δεκάδες χιλιάδες αιτήσεις οι οποίες δεν έχουν εξεταστεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στο Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών έχουν συσσωρευθεί 50.000 αιτήσεις. Έτσι υπάρχουν αιτούντες άσυλο οι οποίοι αναμένουν δύο ή και τρία χρόνια χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση. 

Κατά δεύτερο λόγο απαιτεί από τους απορριφθέντες αιτούντες άσυλο πιστοποιητικά τα οποία δεν μπορούν να προσκομίσουν.

Ο νόμος αναφέρει ότι οι απορριφθέντες αιτούντες άσυλο δεν έχουν την υποχρέωση να προσκομίσουν διαβατήριο.

Όμως η υπουργική απόφαση 158887/2005 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου και η εγκύκλιος 26/2005 απαιτούν επιπρόσθετα δικαιολογητικά  σε αντίθεση με το πνεύμα της εν λόγω νομοθετικής ρύθμισης, ζητώντας από τους απορριφθέντες αιτούντες άσυλο εάν δεν είναι κάτοχοι διαβατηρίου ή ταξιδιωτικού εγγράφου να προσκομίσουν είτε αντίγραφο ταυτότητας είτε πιστοποιητικό γέννησης είτε οικογενειακής κατάστασης, από το οποία να προκύπτουν να στοιχεία της ταυτότητάς τους.

Όπως είναι γνωστό οι αιτούντες άσυλο συνήθως εγκαταλείπουν τη χώρα τους υπό αντίξοες συνθήκες και δεν διαθέτουν έγγραφα. Συνεπώς οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει να καταφύγουν στις αρχές της χώρας τους προκειμένου να τα προμηθευτούν.

Η ρύθμιση αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι εφόσον το αίτημα ασύλου έχει απορριφθεί, οι αλλοδαποί αυτοί δεν είναι πραγματικοί πρόσφυγες και συνεπώς δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο από την επαφή τους με τις αρχές της χώρας τους (κυβερνητικές/προξενικές). Όμως αυτή η παραδοχή θα ευσταθούσε εάν η ακολουθούμενη στη χώρα μας διαδικασία ασύλου ήταν δίκαιη, πράγμα το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν συμβαίνει.

Συνεπώς, πολλοί από τους απορριφθέντες αιτούντες άσυλο έχουν βάσιμο φόβο δίωξης από τις αρχές της χώρας τους και ενδεχόμενη επαφή με αυτές τους εκθέτει σε σοβαρό κίνδυνο. Πέραν αυτού, πολλές από τις χώρες καταγωγής των αιτούντων άσυλο βρίσκονται σε έκρυθμη κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ούτως ή άλλως δυνατότητα έκδοσης των εγγράφων που ζητούνται.  ΄Αλλωστε, για όλους αυτούς τους λόγους ο Νομοθέτης εξαίρεσε τους απορριφθέντες αιτούντες άσυλο από την υποχρέωση προσκόμισης διαβατηρίου. Η εισαγωγή-πρόβλεψη με Υπουργικές Αποφάσεις και Εγκυκλίους προσθέτων δικαιολογητικών αναιρεί την ειδική νομοθετική ρύθμιση και ως εκ τούτου είναι αντισυνταγματική.  

 

Τέλος η πρόβλεψη της εγκυκλίου 30/2005 περί παραίτησης από το αίτημα ασύλου για την υπαγωγή στη διαδικασία νομιμοποίησης στερεί τους αιτούντες άσυλο από την προστασία που επιτάσσουν οι διεθνείς συμβάσεις προς αυτούς. Από την άλλη πλευρά εάν δεν παραιτηθούν από τη διαδικασία ασύλου χάνουν τη δυνατότητα νομιμοποίησης, την οποία θα έχουν επιτύχει αλλοδαποί, οι οποίοι δεν τυγχάνουν διεθνούς προστασίας, πράγμα που θέτει τους αιτούντες άσυλο σε δυσμενέστερη θέση από τους λοιπούς αλλοδαπούς.

 

Προτείνουμε
1/ Να δοθεί η δυνατότητα και στους αιτούντες των οποίων η αίτηση δεν έχει ακόμη εξεταστεί, και γενικά στους υπαγόμενους στη διαδικασία ασύλου, να υποβάλουν αιτήσεις για έκδοση άδειας παραμονής, χωρίς να απαιτείται άλλη απόδειξη της παραμονής τους στη χώρα.

2/ Εάν αδυνατούν να προσκομίσουν αποδεικτικά της ταυτότητάς τους, να γίνεται δεκτή υπεύθυνη δήλωση κατ’ αναλογία της διαδικασίας ασύλου και αυτό να γίνει δεκτό  και στη μεταγενέστερη ανανέωση της άδειας παραμονής.

3/ Να μην επιβληθεί στους αιτούντες άσυλο η υποχρέωση να παραιτηθούν από τη διαδικασία ασύλου, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας νομιμοποίησης δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παραίτηση από δικαίωμα και μάλιστα σε διεθνή προστασία, το οποίο και δεν θα πρέπει να συγχέεται μέχρι την οριστική κρίση επ’ αυτού με την υπαγωγή σε μια διαδικασία «τακτοποίησης» παραμονής μέσω μεταναστευτικού νόμου. Αντίθετη ανάγνωση θα οδηγούσε σε περιορισμό των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο σε σχέση με τους υπόλοιπους αλλοδαπούς παρά τα οριζόμενα στη Σύμβαση της Γενεύης που επιτάσσει την προστασία τους.

 

 

Γ) ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΩΝ

Ο νόμος αναφέρει ότι εγγραφή στους καταλόγους ανεπιθυμήτων αποκλειστικώς για λόγους παράνομης εισόδου, εξόδου, εργασίας και διαμονής στη χώρα καθώς και συναφείς εκκρεμείς απελάσεις δεν αποτελούν παρακωλυτικό λόγο για τη χορήγηση της άδειας διαμονής.

Η εγκύκλιος αναδιατυπώνει το ανωτέρω κείμενο του νόμου αναφερόμενη σε εκκρεμείς διοικητικές απελάσεις. Ενώ ο νόμος δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε διοικητικές και δικαστικές απελάσεις, η αναδιατύπωση αυτή της εγκυκλίου περιορίζει αυθαίρετα αυτούς που μπορούν να επωφεληθούν, καθώς αποκλείει τις περιπτώσεις εκείνες που η εγγραφή στους καταλόγους ανεπιθυμήτων οφείλεται σε δικαστική απόφαση (και τη συνακόλουθη δικαστική απέλαση) για παράνομη είσοδο, έξοδο, εργασία και διαμονή στη χώρα.

 

Προτείνουμε

Να απαλειφθεί από την εγκύκλιο η λέξη διοικητικές έτσι ώστε να συνάγεται ότι οποιαδήποτε απέλαση για λόγους παράνομης εισόδου, εξόδου, εργασίας και διαμονής στη χώρα δεν αποτελεί παρακωλυτικό λόγο για τη χορήγηση της άδειας διαμονής, σύμφωνα με το νόμο και τη σχετική νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων.

 

Δ) ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΔΥΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗΣ – ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ

Ο νόμος προβλέπει δύο κατηγορίες αλλοδαπών:

Α/ αυτούς που διαθέτουν άδειες παραμονής που έχουν λήξει (αρθρ. 91 παρ. 10)

Β/ αυτούς που έχουν εισέλθει στη χώρα πριν την 31/12/2004 και δεν απέκτησαν ποτέ άδεια παραμονής (αρθρ. 91 παρ. 11).

Το παράδοξο είναι ότι ο νόμος απαιτεί από τους αλλοδαπούς της πρώτης κατηγορίας δυσμενέστερες προϋποθέσεις τακτοποίησης – επαναφοράς στη νομιμότητα, από ό,τι για τους αλλοδαπούς της δεύτερης κατηγορίας. Έτσι για την πρώτη κατηγορία ο νόμος απαιτεί 300 ένσημα, ενώ από τους αλλοδαπούς της δεύτερης κατηγορίας απαιτεί 150, προβαίνοντας έτσι σε διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών και αδικώντας με αυτόν τον τρόπο την πρώτη κατηγορία, η οποία βέβαια κατά τεκμήριο έχει αυξημένα δικαιώματα ενόψει της μακρότερης παραμονής της στη χώρα.

Επιπλέον με βάση τις εγκυκλίους εφαρμογής του νόμου οι αλλοδαποί φέρουν  το βάρος ευθύνης επιλογής της ορθής διαδικασίας είτε βάσει της παρ. 10 είτε βάσει της παρ. 11 του άρθρ. 91 του  νόμου, απειλούμενοι με απόρριψη του αιτήματός τους εφόσον το υποβάλλουν με εσφαλμένη διαδικασία.

 

 

Προτείνουμε

Να εξομοιωθούν οι δύο κατηγορίες έτσι ώστε να υπάρχει για όλους η υποχρέωση αγοράς 150 ενσήμων.

Να δοθεί η δυνατότητα να υποβάλλουν αίτηση οι αλλοδαποί των οποίων οι άδειες παραμονής έχουν λήξει (α’ κατηγορία) και με βάση την δεύτερη κατηγορία νομιμοποίησης, καθώς πληρούν την βασική προϋπόθεση της διαμονής στην Ελλάδα πριν τις 31-12-2004.

Οι σχετικές δε αιτήσεις που κρίνονται ότι θα έπρεπε να υποβληθούν με άλλη διαδικασία από την προβλεπόμενη να κρίνονται ως αιτήσεις με βάση την ορθή διαδικασία, σύμφωνα και με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου περί του ενιαίου της διοίκησης και της χρηστής διοίκησης, και να καλούνται οι αλλοδαποί προς συμπλήρωση των τυχόν ελλείψεων.

Τα ανωτέρω για λόγους ίσης μεταχείρισης να ισχύσουν και για τους αλλοδαπούς των οποίων η άδεια διαμονής θα λήξει μετά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου και δεν κατορθώσουν να την ανανεώσουν.

 

Επιπλέον, όσον αφορά τους αλλοδαπούς της δεύτερης κατηγορίας (παράνομα διαμένοντες πριν τις 31-12-2004) προβλέπεται ότι αυτοί υποχρεούνται να αγοράσουν τα 150 ένσημα για την χρονική περίοδο από 1/1/2005 έως 30/6/2005, ακόμα και αν αυτοί έχουν ασφαλιστεί για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

 

Προτείνουμε

Να αφαιρούνται τα ήδη αναγνωρισμένα ένσημα έτσι ώστε οι αλλοδαποί που διαθέτουν λιγότερα από 150 ένσημα να καταβάλλουν την αξία αγοράς των υπολοίπων.

 

 

Ε) ΕΚΚΡΕΜΕΙΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ -ΕΚΚΡΕΜΕΙΣ  ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ  ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Ο νόμος, όπως ερμηνεύθηκε από τις εγκυκλίους εφαρμογής του, καταρχήν εξαιρεί από τις μεταβατικές του διατάξεις τους αλλοδαπούς των οποίων εκκρεμεί αίτηση για χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής και δεν έχει απαντηθεί. Όμως είναι συχνό το φαινόμενο να εκκρεμούν αιτήσεις επί μακρόν χωρίς να έχουν απαντηθεί, με αποτέλεσμα ο αλλοδαπός να βρίσκεται υπό κατάσταση αβεβαιότητας ως προς την τύχη της αιτήσεώς του.

Παρόμοιο είναι και το πρόβλημα όσων αλλοδαπών έχουν προσφύγει δικαστικά κατά απορριπτικών αποφάσεων επί αιτήσεων χορήγησης ή ανανέωσης αδειών διαμονής.

Η εγκύκλιος 26/2005 του Υπουργείου Εσωτερικών περιέχει κάποια δυνατότητα ανάκλησης των αιτημάτων τους, πλην όμως πέραν του ότι είναι ιδιαίτερα ασαφής μεταβιβάζει το βάρος της ευθύνης αναζήτησης της ορθής διαδικασίας  για την υποβολή του αιτήματος στον αλλοδαπό και όχι στη Διοίκηση.

Η δε πρόσφατη εγκύκλιος 30/2005 επιλύει εν μέρει μόνο τα ανωτέρω προβλήματα, καθώς η πρόβλεψή της για ταχεία εξέταση των εκκρεμών αιτημάτων προς το σκοπό υπαγωγής στη διαδικασία νομιμοποίησης έως τις 31-12-2005 προσκρούει σε αντικειμενικές δυσκολίες της διοίκησης, ενώ καλύπτει επίσης μόνο την περίπτωση υποβολής πλαστών δικαιολογητικών, από όλες τις περιπτώσεις προβληματικών αιτήσεων που βρίσκονται σε εκκρεμότητα είτε στις Περιφέρειες, είτε στα Δικαστήρια.

 

Προτείνουμε

Να μπορούν να υπαχθούν οι αλλοδαποί, των οποίων εκκρεμούν αιτήσεις ή εκκρεμεί δικαστική προσφυγή στη διαδικασία νομιμοποίησης του άρθρου 91 παρ. 11 του νέου νόμου, άλλως να μπορούν να υποβάλλουν εκ νέου αιτήματα χορήγησης αδείας διαμονής για κάποιον από τους προβλεπόμενους στο ν. 2910/2001 σκοπούς, να εναπόκειται δε στην αρμόδια αρχή (Περιφέρεια) να ελέγξει τις σχετικές προϋποθέσεις και σε περίπτωση που κρίνει ότι αυτές δεν πληρούνται, να θεωρεί το αίτημα ως υποβληθέν με βάση το άρθρο 91 παρ. 11 του νέου νόμου, καλώντας του αλλοδαπούς προς συμπλήρωση τυχόν των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

 

ΣΤ) ΛΟΓΟΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Η επίκληση λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας για την απόρριψη αιτήσεων για χορήγηση ή ανανέωση αδειών διαμονής ήταν ιδιαίτερα συχνή κατά την πρόσφατη περίοδο, και μάλιστα με απολύτως αναιτιολόγητες αποφάσεις που δεν στηρίζονταν σε στοιχεία του φακέλου της εκδούσας αρχής, αλλά σε απολύτως αναιτιολόγητα έγγραφα των αστυνομικών αρχών, τα οποία δεν μνημόνευαν κανένα συγκεκριμένο λόγο δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Ενόψει λοιπόν του γεγονότος αυτού και της αδυναμίας να ελεγχθούν οι λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας, βάσει των οποίων απορρίφθηκε πληθώρα αιτήσεων αλλοδαπών, θα ήταν ανεπιεικές και πάντως όχι σύμφωνο με το νέο νόμο, να αποκλείσουμε από τη διαδικασία τακτοποίησης – νομιμοποίησης τους αλλοδαπούς των οποίων οι αιτήσεις απορρίφθηκαν για αυτούς τους λόγους, όπως πράττει η εγκύκλιος 26/2005.

Η δε εγκύκλιος 30/2005 επιλύει εν μέρει αυτό το πρόβλημα, καθώς θεωρεί ότι έχουν τη δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 91 παρ. 11 μόνο όταν οι λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας αφορούν παράνομη είσοδο, διαμονή και εργασία στη χώρα, παρότι οι αστυνομικές αρχές επικαλούνταν λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας σε πληθώρα άλλων περιπτώσεων, οι οποίες βέβαια δεν συνιστούσαν ενεστώσα απειλή για την κοινωνία, όπως απαιτεί η νομολογία των Δικαστηρίων για να στοιχειοθετείται λόγος δημόσιας τάξης (π.χ. ήσσονος σημασίας ποινικές παραβάσεις, υποβολή διαφορετικών στοιχείων ταυτότητας  κλπ.).

 

Προτείνουμε

Να μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του νέου νόμου οι αλλοδαποί των οποίων οι αιτήσεις έχουν απορριφθεί και για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, η δε αίτησή τους να ελέγχεται με βάση το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. β του νέου νόμου και με βάση τα κριτήρια του άρθρ. 75 και 76 του νέου νόμου κατά τη χορήγηση της άδειας διαμονής.

 

 

Ζ) ΘΕΩΡΗΣΗ ΓΝΗΣΙΟΥ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ

Ο νόμος 3386 (άρθρο 73), μεταβάλλοντας κάθε κείμενη διάταξη νόμου που ορίζει τα αρμόδια για θεώρηση του γνησίου υπογραφής όργανα (ΚΕΠ, δημόσιες, δημοτικές κτλ. Υπηρεσίες) αναγνωρίζει τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής μόνο από αστυνομικές αρχές, με αποτέλεσμα πέραν των άλλων την σύλληψη και ταλαιπωρία ανθρώπων που απευθύνθηκαν στις τελευταίες, θεωρώντας ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του νέου νόμου.

Παρότι δε η ως άνω διάταξη τίθεται σε ισχύ από 1-1-2006, η διοίκηση έχει ξεκινήσει ήδη να την εφαρμόζει ζητώντας θεώρηση γνησίου υπογραφής από αστυνομικό τμήμα μόνο (βλ. και την 16932/15-9-2005 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών για την παροχή δυνατότητας υποβολής αιτημάτων στο πλαίσιο των μεταβατικών διατάξεων και από δικηγόρο), ακόμη και σε περιπτώσεις εκκρεμών αιτημάτων που έχει ήδη υποβληθεί αίτηση κατόπιν εξουσιοδότησης θεωρημένης από άλλη δημόσια αρχή (όπως συμβαίνει ήδη στις Νομαρχίες).

 

Προτείνουμε

Η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής να γίνεται όπως πριν από τα ΚΕΠ, τις δημόσιες και τις δημοτικές υπηρεσίες, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

 

 

Η) ΠΟΛΥΠΛΟΚΕΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ – ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΟΥ ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ

Οι αιτήσεις που καλούνται να συμπληρώσουν οι αλλοδαποί είναι ιδιαίτερα λεπτομερειακές  ως προς τα στοιχεία που ζητούνται (συμπληρώνεται ένα πλήρες τετρασέλιδο), κάτι το οποίο είναι ιδιαίτερα δύσκολο για ανθρώπους με δυσκολία κατανόησης της Ελληνικής γλώσσας και χωρίς δυνατότητες υποβοήθησής τους σε αυτό.

Στην αίτηση που συμπληρώνουν οι αλλοδαποί για τη χορήγηση της άδειας διαμονής τους ζητείται να δώσουν πληροφορίες που άπτονται του στενού προσωπικού πυρήνα του ενδιαφερόμενου (τέκνα στην αλλοδαπή, οικογενειακή κατάσταση, θρήσκευμα κτλ) ενώ αυτές δεν είναι καθόλου απαραίτητες για την εξέλιξη της διαδικασίας νομιμοποίησης.

 

Προτείνουμε

Η αίτηση να απλοποιηθεί έτσι ώστε να ζητούνται τα άκρως αναγκαία στοιχεία και σε κάθε περίπτωση. να μην ζητούνται από τους αλλοδαπούς πληροφορίες σχετικά με ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.

 

 

Θ) ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ

Ηδη η διοίκηση κατανοώντας ότι ο νέος νόμος είναι και πάλι ιδιαίτερα περίπλοκος, περιπτωσιολογικός και προβληματικός ως προς την εφαρμογή του παρέτεινε την προθεσμία υποβολής αιτήσεων βάσει της παρ. 10 του άρθρου 91 έως τις 31-12-2005. 

Ο διαχωρισμός των δύο κατηγοριών νομιμοποίησης – τακτοποίησης, αυτών που κατέχουν άδεια παραμονής που έχει λήξει και αυτών που διέμεναν στην Ελλάδα πριν τις 31-12-2004 είναι ιδιαίτερα δύσκολος και προβληματικός, έτσι ώστε και η εφαρμογή του νέου νόμου να καθίσταται προβληματική. Εφόσον δεν επιλυθούν τάχιστα όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα προβλήματα στη διαδικασία νομιμοποίησης – τακτοποίησης θα καταστεί και πάλι αδήριτη ανάγκη η παράταση των προθεσμιών νομιμοποίησης.

 

 

Καθώς η διαδικασία νομιμοποίησης βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, αποτελεί επιτακτική ανάγκη να συντονιστούν άμεσα οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες και οι ιθύνοντες να δώσουν λύσεις στα προβλήματα που παραπάνω εξετέθησαν.

 

 

Αθήνα 10/11/2005

 

 

Γιάννης Ιωαννίδης

Γιάννα Κούρτοβικ

Βασίλης Παπαδόπουλος

Σπύρος Ριζάκος

Ελένη Σπαθανά

Θεόδωρος Συμεωνίδης

Μαριάννα Τζεφεράκου

Εύα Φακίνου

Δημήτρης Χριστόπουλος

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2020

Powered by Advalue