• el
  • en

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

ΠΡΟΣ:

1) Υπουργό Εθνικής Άμυνας, κ. Αποστολάκη Ευάγγελο

2) Πρόεδρο Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, κ. Δουζίνα Ευάγγελο

3) Κοινοβουλευτικές Ομάδες

·         Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς

·         Νέας Δημοκρατίας

·         Δημοκρατικής Συμπαράταξης

·         Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας

·         Ένωσης Κεντρώων

Αθήνα, 15/4/2019

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (ΕλΕΔΑ)  ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

 

Η ΕλΕΔΑ παρακαλεί τον αρμόδιο Υπουργό και τους βουλευτές να λάβουν υπόψη τους κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου «Ρυθμίσεις μέριμνας προσωπικού Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατολογίας, Στρατιωτικής Δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» τις ακόλουθες προτάσεις:

Οι αναμενόμενες μεταβολές στο νομικό καθεστώς που θα διέπουν τους αντιρρησίες συνείδησης χρειάζονται να βελτιωθούν ώστε να εναρμονιστούν με ευρύτερες αρχές του δικαίου, όπως της ισότητας και της δικαιοσύνης. Συγκεκριμένες προτάσεις έχουν εκφραστεί παλαιότερα από σειρά διεθνών οργανισμών και οργανώσεων, και πρόσφατα, εν όψει του προτεινόμενου νομοσχεδίου, από την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Για λόγους οικονομίας της συζήτησης δεν τις επαναλαμβάνουμε. Επικεντρώνουμε τις παρατηρήσεις μας σε δύο διατάξεις κρίσιμες για την διαδικασία και την ουσία του εφαρμοστέου δικαίου.

1] Η εξέταση των αιτούντων, όπως προβλέπεται από τον νόμο και τη νομολογία του ΣτΕ, σήμερα απαιτεί την τεκμηρίωση του αιτούντα όσων υπεύθυνα δηλώνει και την αναζήτηση της αλήθειας αυτών από τα μέλη της επιτροπής, συνήθως μέσα από προφορική συνέντευξη. Η διαδικασία αυτή αλλά και η προϋπόθεση τεκμηρίωσης των δηλώσεων του αιτούντα έχει χαρακτηριστεί ως προβληματική από πολλούς φορείς:

Σύμφωνα με τον Συνήγορο του Πολίτη (Ετήσια Έκθεση 2013) και την απόφαση του  Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Παπαβασιλάκης κατά Ελλάδας, 15.9.2016):

Η προσωπική συνέντευξη ως μέσο διαπίστωσης λόγων συνείδησης είναι αυτή καθ’ εαυτήν αμφιλεγόμενη, στο μέτρο που υπάγει το ενδιάθετο φρόνημα σε έλεγχο ειλικρίνειας. Καθίσταται όμως ακόμη περισσότερο ανησυχητική τόσο εξαιτίας προβλημάτων στη συγκρότηση και τη λειτουργία της επιτροπής (συχνή απουσία των μη στρατιωτικών, ελλιπής αιτιολόγηση), όπως αυτά προκύπτουν από σειρά σχετικών αναφορών, όσο και εξαιτίας μιας πάγιας πρακτικής άνισης μεταχείρισης: ενώ για τους λεγόμενους «θρησκευτικούς» αντιρρησίες η επιτροπή αρκείται στην προσκόμιση πιστοποιητικού της οικείας θρησκευτικής κοινότητας και δεν τους καλεί καν σε συνέντευξη, οι λεγόμενοι «ιδεολογικοί» αντιρρησίες συχνά καλούνται να απαντήσουν σε ερωτήσεις που άπτονται ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, όπως η ένταξη σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.

Ήδη η Ειδική Επιτροπή κατά την λειτουργία της με σταθερή σύνθεση από τον Απρίλιο του 2018 μέχρι σήμερα, έχει κάνει δεκτά όλα (99%) τα αιτήματα για  εναλλακτική θητεία, τόσο για θρησκευτικούς όσο και για ιδεολογικούς λόγους, θεωρώντας ότι και μόνο η αίτηση και η υπεύθυνη δήλωση αποτελούν ικανό λόγο για υπαγωγή τους στις διατάξεις που ρυθμίζουν τα σχετικά με την εναλλακτική θητεία. Ήδη έκανε δεκτή τη δυνατότητα μη παράστασης (κάτι που προβλέπεται σε υπουργική απόφαση [1]) στη συνέντευξη με τρόπο ώστε να μην αποτελεί η μη προσέλευση λόγο απόρριψης της αίτησης. Η μη προσέλευση γίνεται συχνά σε ένδειξη διαμαρτυρίας και «μη αναγνώρισης» της ίδιας της επιτροπής. Η επιτροπή έκρινε κατά πλειοψηφία ότι η άρνηση αυτή αποτελεί, μάλιστα, τεκμήριο της ίδιας της δήλωσης αντίρρησης συνείδησης. Σε κάθε περίπτωση, η αναζήτηση τεκμηρίων είναι ιδιαίτερα προβληματική, όπως εξηγεί και ο  Συνήγορος του Πολίτη, και όπως έχει δείξει και η πρακτική εμπειρία της διαδικασίας της συνέντευξης, κυρίως σε παλαιότερες συνθέσεις της Επιτροπής. Εξάλλου, η αναζήτηση «τεκμηρίων» μέσα από τη συνέντευξη μπορεί να οδηγήσει σε προβληματικές καταστάσεις όπου τελικά η ιδεολογική στάση των μελών της Επιτροπής μπορεί να αποτελέσει το (αυστηρό) κριτήριο εφαρμογής του νόμου και όχι το περιεχόμενο της «αντίρρησης συνείδησης» του αιτούντα.

Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό, προτείνεται η Επιτροπή να μην εξετάζει το περιεχόμενο ειλικρίνειας των αιτούντων και την αναζήτηση τεκμηρίων. Εξάλλου, η υπογραφή υπεύθυνης δήλωσης με την οποία παρουσιάζονται οι  λόγοι, θρησκευτικοί ή ιδεολογικοί, αποτελεί τεκμήριο ικανό για τον νόμο ως προς το αληθές περιεχόμενό της σε κάθε περίπτωση και επισύρει ποινικές ευθύνες σε περίπτωση ψευδούς δήλωσης. Η Επιτροπή πρέπει να απαλλαγεί από το έργο αυτό που ήδη έχει στην πράξη καταστεί ανενεργό και κυρίως πάσχει νομικά, καθώς ο έλεγχος ειλικρίνειας δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ως νόμιμος σκοπός της. Συνακόλουθα, μια τέτοια τροποποίηση θα εναρμονίσει την ελληνική νομοθεσία με τις υποδείξεις διεθνών οργανισμών και τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.

Για τους λόγους αυτούς, η σχετική διάταξη μπορεί να επαναδιατυπωθεί αφαιρώντας από την Επιτροπή την υποχρέωση αναζήτησης τεκμηρίων και εξέτασης εξέταση της ειλικρίνειας της δήλωσης του αιτούντα. Παράλληλα καθιερώνεται η προαιρετική προσέλευση σε συνέντευξη με πρωτοβουλία του αιτούντα. Η Επιτροπή θα περιοριστεί έτσι στην εξέταση των τυπικών προϋποθέσεων του νόμου. 

 

Άρθρο 25. Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3421/2005 (Α΄ 302)

Η παρ. 1 του άρθρου 62 αναδιατυπώνεται ως εξής:

1. Η υπαγωγή των αντιρρησιών συνείδησης στις διατάξεις του νόμου αυτού και η διάθεση τους στους φορείς του δημόσιου τομέα για εναλλακτική υπηρεσία, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, ύστερα από γνωμοδότηση ειδικής επιτροπής, που εξετάζει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναγνώρισης των ενδιαφερομένων ως αντιρρησιών συνείδησης κατά δήλωσή τους είτε μέσα από τα δικαιολογητικά που υποβάλλουν ή και αυτοπροσώπως, εφόσον αυτό ζητηθεί από τον αιτούντα. Η επιτροπή αποτελείται από:
α. Τρεις καθηγητές ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με ειδικότητα στη φιλοσοφία ή στις κοινωνικές – πολιτικές επιστήμες ή στην ψυχολογία ή στη νομική.

β. Έναν σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

γ. Έναν ανώτερο αξιωματικό του Κοινού Νομικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων.». 

 

2] Η παράγραφος 3 του άρθρου 59 του Ν.3421/2005 εισάγει μια σειρά από αρνητικές προϋποθέσεις που οδηγούν σε στέρηση της δυνατότητας αναγνώρισης κάποιου ως αντιρρησία συνείδησης. Τα σχετικά κωλύματα που προβλέπονται είναι τρία:

–   η προηγούμενη ένοπλη υπηρεσία

–   η απόκτηση άδεια οπλοφορίας ή η υποβολή αίτησης για οπλοφορία και η συμμετοχή σε σκοπευτικούς αγώνες ή κυνηγετικές δραστηριότητες και

–   η ποινική δίωξη ή η ποινική καταδίκη για αδικήματα σχετικά με όπλα και πυρομαχικά.

Ενώ όμως με τον Ν.3883/2010 ορθά σχετικοποιήθηκε το κώλυμα που αφορά στην προηγούμενη ένοπλη υπηρεσία, καθώς αναγνωρίστηκε ότι αυτή – προκειμένου να αποτελέσει κώλυμα για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως αντιρρησία συνείδησης – θα πρέπει να έχει γίνει “… μετά τον ενστερνισμό των πεποιθήσεων που … εμποδίζουν στην εκπλήρωση ένοπλης στρατιωτικής υποχρέωσης για λόγους συνείδησης”, εν τούτοις το κώλυμα που αφορά στην άδεια οπλοφορίας και στη συμμετοχή σε δραστηριότητες σκοπευτικών αγώνων ή κυνηγιού συνεχίζει να έχει απόλυτο χαρακτήρα.

Η λύση αυτή είναι αντιφατική και ανεπιεικής, καθώς ενώ ορθά ο νομοθέτης φαίνεται να αναγνωρίζει ότι την σημασία της μεταβολής των πεποιθήσεων σε σχέση με το κριτήριο της ένοπλης υπηρεσίας, εν τούτοις δεν αναγνωρίζει την δυνατότητα μεταβολής πεποιθήσεων σε σχέση με την περίπτωση της άδειας οπλοφορίας ή της συμμετοχής σε σκοπευτικούς αγώνες. Κατ’ αυτόν όμως τον τρόπο ο νομοθέτης φαίνεται να υποτιμά την σημασία της μεταβολής πεποιθήσεων, που είναι μια σημαντική δυνατότητα στον κοινωνικό βίο και αποτελεί έκφραση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας.

Περαιτέρω, είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας, το να αποτελεί ισόβιο κώλυμα αναγνώρισης κάποιου ως αντιρρησία συνείδησης μια άδεια οπλοφορίας ή ακόμα και μια αίτηση οπλοφορίας που μπορεί να υποβλήθηκε πολλά χρόνια πριν προκύψει το ζήτημα της κατάταξης κάποιου στις ένοπλες δυνάμεις.

Για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι θα πρέπει και αυτό το κώλυμα να σχετικοποιηθεί με την υιοθέτηση ενός χρονικού ορίου. Προτείνεται επομένως η οπλοκατοχή, η αίτηση για οπλοκατοχή και η συμμετοχή σε σκοπευτικούς αγώνες ή κυνηγετικές δραστηριότητες να αποτελούν κώλυμα μόνο επί μία διετία. Στη συνέχεια, θα πρέπει η σχετική απαγόρευση να αίρεται. Προτείνεται επομένως η τροποποίηση του άρθρου 59 του Ν.3421/2005 ως ακολούθως:

“Άρθρο 59 Γενικές διατάξεις και ορισμοί

1 […]

2 […]

3. Δεν χαρακτηρίζονται ως αντιρρησίες συνείδησης και δεν υπάγονται στις σχετικές διατάξεις:
α. Όσοι έχουν υπηρετήσει ενόπλως για οσοδήποτε χρονικό διάστημα στις ελληνικές ή ξένες Ένοπλες Δυνάμεις ή στα Σώματα Ασφαλείας, μετά τον ενστερνισμό των πεποιθήσεων που τους εμποδίζουν στην εκπλήρωση ένοπλης στρατιωτικής υποχρέωσης για λόγους συνείδησης.
β. Όσοι κατά τα δύο έτη που προηγήθηκαν από τη κατάθεση αίτησης έχουν λάβει άδεια οπλοφορίας ή έχουν ζητήσει να τους χορηγηθεί τέτοια άδεια, καθώς και όσοι κατά τα δύο έτη που προηγήθηκαν από τη κατάθεση αίτησης συμμετέχουν σε μεμονωμένες ή συλλογικές δραστηριότητες σκοπευτικών αγώνων, κυνηγίου ή παρόμοιων εκδηλώσεων, οι οποίες έχουν άμεση σχέση με τη χρήση όπλων.
γ. Όσοι έχουν καταδικαστεί ή εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για έγκλημα που έχει σχέση με χρήση όπλων, πυρομαχικών ή παράνομης βίας.”

 

—————

[1] Απόφαση ΥΕΘΑ Αρ. Φ.429.1/1/280116/11-1-2011 (ΦΕΚ τ. Β 111/7-2-2011).

 

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2019

Essential SSL

Powered by Advalue