• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Ο μητροπολίτης που μας αξίζει;

Υπάρχουν διάφορα θέματα στην δημόσια ζωή, στα οποία θα επιθυμούσαμε να αντιδράσουμε, αλλά εν τέλει τα αποδεχόμαστε αμαχητί σαν να μην μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, θεωρώντας τα ένα αναγκαίο κακό ή μια γκρίζα φυσιολογική κατάσταση. Στην Θεσσαλονίκη (τον Πειραιά και αλλού) ένα από τα πολλά του είδους είναι και η στάση του μητροπολίτη, ο οποίος και αυτός από την πλευρά του θεωρεί φυσιολογικό να λέει απερίσκεπτα ό,τι θέλει, έχοντας εξασφαλισμένη την κάλυψη των λόγων του από τα Μέσα. Είναι δικαίωμά του να λέει ό,τι θέλει;

Κατά την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, ίσως του διαφεύγει κάτι σημαντικό, ότι πρώτον παραβιάζει τα όρια αναφορικά με τον ρόλο και τα καθήκοντα του ιεράρχη και δεύτερον αγνοεί τους κανόνες που θέτει ένα συντεταγμένο κράτος δικαίου ως προς την ελευθερία της έκφρασης και την εκφορά λόγου μίσους. Αν το πρώτο ζήτημα δεν είναι κανονιστικό, και αρμόδιοι να κρίνουν τον μητροπολίτη είναι η Εκκλησία της Ελλάδος, το ποίμνιο των πιστών και οι ειδήμονες θεολόγοι, στο δεύτερο, θα πρέπει να τονίσει κανείς το αυτονόητο, ότι δηλαδή το ίδιο δίκαιο ισχύει για όλους μας, χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση, και αυτό θέτει ορισμένους περιορισμούς.

Ο μητροπολίτης μας εδώ και καιρό, με περισσή άνεση αποκλίνει από τον δρόμο της απροϋπόθετης χριστιανικής αγάπης. Θεολογικά δεν μου πέφτει λόγος, αν και με θλίβει αυτή του η στάση. Στην δεύτερη κατηγορία, πρόσφατα, ο μητροπολίτης, με την τόλμη (θράσος;) του ανέλεγκτου, παραβίασε διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα, κάλεσε σε από άμβωνος ομιλία του (την 14η Αυγούστου 2011) τους πιστούς να πάνε “να τα κάνουν γυαλιά καρφιά” στο δημοτικό διαμέρισμα Μελίτης της Φλώρινας, στην περίπτωση που εκδοθεί άδεια για τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό ο οποίος θα εξέπεμπε στα σλαβομακεδονικά. Ήδη η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επισήμανε σε δελτίο τύπου ότι “Όταν ο δημόσιος και θεσμικός λόγος των εκκλησιαστικών φορέων προσλαμβάνει ρατσιστικές διαστάσεις (γεγονός όχι πρωτοφανές για την Ορθόδοξη Εκκλησία) και υποκινεί άμεσα τους αποδέκτες του στην τέλεση παράνομων πράξεων φέρει όχι μόνον ιδιαίτερη απαξία, καθώς πρόκειται για άσκηση δημόσιας εξουσίας, αλλά παύει ξεκάθαρα να εμπίπτει στα συνταγματικά όρια της ελευθερίας του λόγου (βλ. ν. 927/1979 και άρθρα 184, 186 ΠΚ)”.

Μάλιστα ο μητροπολίτης μας, ο οποίος -ας μη ξεχνάμε και το κρίσιμο ζήτημα ότι κατέχει δημόσιο αξίωμα- αντέδρασε στο εν λόγω δελτίο τύπου υπενθυμίζοντας τα αντανακλαστικά που κατά την άποψή του οφείλουν να έχουν οι κάτοικοι των ακριτικών περιοχών, απέναντι στους κινδύνους που αντιμετωπίζει το έθνος κλπ! Ως πότε άραγε θα πρέπει να κάνουμε τα στραβά μάτια στην περιοδικά επαναλαμβανόμενη εκφορά λόγου μίσους -και τώρα στην παρότρυνση χρήσης βίας- από ιερωμένους; Γιατί η μπαγιάτικη και λαϊκίστικη ρητορία του φόβου και της κενής εθνικοφροσύνης πρέπει να μας αφήνει κυριολεκτικά «άφωνους»;

Ως μέλη αυτής της κοινωνίας, οφείλουμε να διεκδικούμε συνεχώς και να υπενθυμίζουμε ότι αξίζουμε ανθρώπους, όποιο αξίωμα και εάν υπηρετούν, οι οποίοι να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, με σεβασμό στον συνάνθρωπό τους και κυρίως δίνοντας το παράδειγμα ότι όλοι στεκόμαστε ίσοι απέναντι στους νόμους.

 

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2020

Powered by Advalue