Ο κόσμος ο μικρός που πρέπει να ξαναγίνει μέγας
*Της Άσπας Θεοχάρη, Αντιπροέδρου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 27 Ιουλίου 2025 στον ιστότοπο της εφημερίδας η Εποχή.
_________________________________
Στις 29 Ιουλίου 2025 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη και δεν μπορεί κανείς παρά να θυμηθεί τους μελοποιημένους από αυτόν σπαρακτικούς στίχους του Τάσου Λειβαδίτη «Την πόρτα ανοίγω το βράδυ, τη λάμπα κρατώ ψηλά, να δούνε της γης οι θλιμμένοι, να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά». Θα γίνουν αφιερώματα, δηλώσεις, εκδηλώσεις και σε όλα αυτά η τέχνη του θα παρουσιάζεται ως ταυτοτικό στοιχείο του ελληνισμού. Και όχι άδικα. Ωστόσο, από τους λυρικούς λειμώνες του σύμπαντος του Θεοδωράκη που αντανακλούν το πανανθρώπινο, στο πυορροούν πολιτικό σύμπαν του σήμερα, όπου κυριαρχεί η ρατσιστική ρητορική και καθημερινά θρέφεται και θεριεύει ένα τοξικό κλίμα φόβου και έχθρας κατά προσφύγων και μεταναστών, η προσγείωση είναι μάλλον απότομη. Οι αφίξεις μεταναστών και προσφύγων στην Κρήτη, τις οποίες οι τοπικές κοινωνίες με δυσκολία διαχειρίζονται, λόγω παντελούς έλλειψης δομών για την υποδοχή τους, αποτέλεσαν τη θρυαλλίδα για την αναζωπύρωση ενός ρατσιστικού κλίματος που διαχέεται και δηλητηριάζει εντέχνως τον δημόσιο λόγο, παρουσιάζοντας τους ανθρώπους αυτούς ως εισβολείς που απειλούν την εθνική ασφάλεια.
Ανερυθρίαστα, ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου χαρακτήρισε -με περισσή περηφάνια- φυλακές τις κλειστές δομές για τους αιτούντες άσυλο, ενώ λίγες ημέρες νωρίτερα, ξετυλίγοντας όλες τις ποιότητες του ακροδεξιού λόγου που διαθέτει, και εν μέσω ενός σκανδάλου διαφθοράς με ελληνικότατη οσμή, που μας κόστισε κάποια αρκετά δισεκατομμύρια, έδειξε το επιλεκτικό νοιάξιμό του για τα χρήματα του έλληνα φορολογούμενου, παρουσιάζοντας παραπλανητικές πληροφορίες για επιδόματα που λαμβάνουν πρόσφυγες και μετανάστες και για το εκλεκτό (!) φαγητό στις δομές σε βάρος των Ελλήνων. Δεν είναι ζήτημα φαντασίας, αλλά μέσου νου για να αντιληφθεί κανείς ποιος φέρει το βάρος και την ευθύνη της οικονομικής εξαθλίωσης του μεγαλύτερου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, αλλά, αλήθεια, πού κρύφτηκε ο ελληνισμός που εκπέμπουν τα τραγούδια του Θεοδωράκη, τα οποία κουβαλάνε στίχους αλληλεγγύης όπως «Να βρούνε στρωμένο τραπέζι, σταμνί για να πιει ο καημός»;
Στο ίδιο τοξικό κλίμα ψηφίστηκε η τροπολογία που κατατέθηκε στη Βουλή και έγινε νόμος (άρθρο 79 του νόμου 5218/2025- ΦΕΚ Α 125/14.07.2025), σύμφωνα με την οποία προβλέπεται τρίμηνη αναστολή της πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου για άτομα που εισέρχονται στην Ελληνική Επικράτεια από τη Βόρεια Αφρική με πλωτά μέσα. Αν και αρχίζουμε να συνηθίζουμε στην κακή νομοθέτηση υπό την επήρεια ενός -μάλλον επιβαλλόμενου- μιθριδατισμού, δύσκολα θα προσπεράσει κάποιος την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την τροπολογία και κάνει λόγο για αναστολή του δικαιώματος υπό την πίεση των αυξημένων αφίξεων στην περιοχή της Κρήτης, συνθήκη που δεν συνιστά σε καμία έννομη τάξη θεμιτό περιορισμό της άσκησης θεμελιώδους δικαιώματος, ενώ γίνεται και επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ -διάταξη αντίστοιχη με το άρθρο 48 του Συντάγματος που αναφέρεται στην κατάσταση πολιορκίας-το οποίο προβλέπει, ότι, σε περίπτωση πολέμου (!) ή ετέρου δημοσίου κινδύνου (!!) που απειλεί το σύνολο του έθνους και τη συνέχιση της οργανωμένης ζωής της κοινότητας, κίνδυνος τέτοιος που δεν μπορεί να αποσοβηθεί με τα συνήθη εσωτερικά μέτρα ή τους περιορισμούς, που επιτρέπονται από την ΕΣΔΑ (ΕΕπιτροπήΔΑ, Δανία, Νορβηγία, Σουηδία και Ολανδία κ. Ελλάδας, 5.11.1969), τα συμβαλλόμενα κράτη μπορούν να λάβουν μέτρα κατά παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η Σύμβαση στα όρια που διαγράφει η αρχή της αναλογικότητας και εφόσον δεν αντίκεινται σε υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη το Διεθνές Δίκαιο.
Όπως ανέφερε και η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στο από 11.07.2025 Δελτίο Τύπου της, η επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ στερείται οποιασδήποτε νομικής θεμελίωσης. Κατ’ αρχάς σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του επικαλούμενου άρθρου 15 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν δικαιολογεί επουδενί απόκλιση από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, στο οποίο εδράζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης του αιτούντα άσυλο σε χώρες, στις οποίες κινδυνεύει να υποστεί παραβιάσεις δικαιωμάτων που εγγυάται η ίδια η Σύμβαση. Ωστόσο, το δικαίωμα στο άσυλο αυτό καθαυτό δεν κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, όπως εσφαλμένα επικαλείται η αιτιολογική έκθεση, αλλά απορρέει από το διεθνές προσφυγικό δίκαιο και ιδίως από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 αλλά και από το ενωσιακό κεκτημένο (άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ), το οποίο επιβάλει υποχρεώσεις στη χώρα μας. Στο νήμα δε των αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ένωσης που επικαλείται η αιτιολογική έκθεση και αφορούν στο κυριαρχικό δικαίωμα των κρατών να διαφυλάσσουν την ακεραιότητά τους και προς αυτό δύνανται να υιοθετούν κάθε μέτρο, ανεξάρτητα εάν όντως οι επικαλούμενες αποφάσεις κρίνουν επ’ αυτού, μάλλον παραλείφθηκε η υπόθεση C‑72/22 PPU, στην οποία κρίθηκε ότι αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει -ακόμα και σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης- τη στέρηση στους παρανόμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών της δυνατότητας πρόσβασης στη διαδικασία εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας αλλά και την κράτηση των αιτούντων άσυλο για τον λόγο και μόνον ότι διαμένουν παρανόμως στο έδαφος κράτους μέλους της Ένωσης. Τα βάρβαρα νομικά είναι το μικρότερο πρόβλημα, που καλούμαστε να αντιμετωπίζουμε σε μία συνθήκη σοβαρής οπισθοχώρησης του κράτους δικαίου, είναι η κοινωνική βαρβαρότητα εκείνη που θεσπίζεται και κανονικοποιείται σταδιακά και μας βυθίζει σε ένα σκοτάδι, από το οποίο δύσκολα θα βγούμε.
Φωτο: Στέφανος Ραπανης / Eurokinissi



