• el
  • en

«Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού»

Γιώργος Αγγελόπουλος, Ελίνα Καπετανάκη, Κώστας Κουσαξίδης*

Η μετανάστευση και η προσφυγιά δεν είναι άγνωστα φαινόμενα στην Ελλάδα. Λίγο πριν τις αρχές του 21oυ αιώνα, πολιτικά γεγονότα στην ανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή μετέτρεψαν την Ελλάδα σε κόμβο υποδοχής μετακινούμενων ανθρώπων και διέλευσης ροών πληθυσμού. Έτσι, στους Βούλγαρους και Πολωνούς εποχιακούς εργάτες που ήδη απασχολούνταν στη χώρα, προστέθηκε μεγάλος αριθμός Αλβανών, Ρουμάνων, Βούλγαρων μακροχρόνια μεταναστών, καθώς και παλιννοστούντες από την πρώην ΕΣΣΔ. Ωστόσο, η διαμορφούμενη συνθήκη φέρεται να είναι σήμερα διαφορετική από εκείνη των αρχών της δεκαετίας του 2000. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα έχει καταστεί σημαντικό πέρασμα μιας από τις βασικότερές μεταναστευτικές οδούς προς την Ευρώπη, με αποτέλεσμα την άφιξη σε αυτήν μεγάλου αριθμού μεταναστών και προσφύγων από ασιατικές χώρες και χώρες της Μέσης Ανατολής. Προορισμός της συντριπτικής πλειοψηφίας αυτού του πληθυσμού είναι η βόρεια και δυτική Ευρώπη, ενώ η εγκατάστασή τους στην Ελλάδα θεωρείται προσωρινή.

Το εν πολλοίς αχαρτογράφητο φαινόμενο της προσωρινής μετανάστευσης είναι το αντικείμενο του ερευνητικού προγράμματος Transnational Migration in Transition: Transformative Characteristics of Temporary Mobility of People (EURA-NET), που πραγματοποιείται σε έντεκα χώρες της Ευρώπης και της Ασίας και υλοποιείται στην Ελλάδα από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Στο πλαίσιο της ανάλυσής μας η Ελλάδα θεωρείται ότι επί του παρόντος συνιστά κόμβο μετακίνησης πληθυσμών, δηλαδή ότι ταυτοχρόνως αποτελεί χώρα υποδοχής, αποστολής, αλλά κυρίως διέλευσης μεταναστευτικών ροών. Σε σχέση με τα προαναφερθέντα, η διαμορφούμενη συνθήκη μοιάζει να καθίσταται ολοένα και περισσότερο δυσχερής, μιας και σε μια χώρα που λείπουν σταθερές θέσεις από την αγορά εργασίας και όπου το πολιτικό πεδίο παρουσιάζει έντονες δυναμικές, η ένταξη των προσφύγων και μεταναστών στην προσωρινότητα φτάνει σε ακραίες εκδοχές. Με άλλα λόγια, η έλλειψη μόνιμων θέσεων εργασίας και το διαρκώς μεταβαλλόμενο νομικό πλαίσιο σχετικά με την κατάσταση προσφύγων και μεταναστών προσδίδει χαρακτηριστικά μιας μόνιμης κατάστασης στην προσωρινότητα και επηρεάζει δυναμικά τόσο τη σύγχρονη όσο και τη μελλοντική κατάσταση της ζωής των ντόπιων, των μακροχρόνια και των προσωρινά μεταναστών. Τη διαδικασία αυτή την ονομάζουμε “ένταξη στην προσωρινότητα”.

Μετανάστες και πρόσφυγες στην Ελλάδα σήμερα

Το σύνολο των μετακινούμενων μεταναστών και προσφύγων που διαβιούν στη χώρα αντιπροσωπεύει σήμερα περίπου το 1/10 του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας. Με κριτήριο την προέλευση μπορούμε να διακρίνουμε τον πληθυσμό αυτό σε δύο κατηγορίες: (α) μετανάστες από τα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη και (β) μετανάστες και πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή, τη βόρεια Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ασία. Η πρώτη πληθυσμιακή κατηγορία έχει πλέον αποκτήσει σταθερές αναφορές στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, με χαρακτηριστική την περίπτωση των Αλβανών μεταναστών που έφτασαν στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1990 και που πλέον θεωρούνται το πιο “πετυχημένο” παράδειγμα “ενσωμάτωσης” στην ελληνική κοινωνία. Αντίθετα, οι πληθυσμοί από την Ασία, τη βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζουν έως και σήμερα σημαντικά νομικά ζητήματα και κοινωνικο-πολιτισμικά εμπόδια σε ό,τι αφορά την ενσωμάτωσή τους στη χώρα.

Η κοινωνική και οικονομική κρίση των τελευταίων ετών στην Ελλάδα και οι πόλεμοι στη Λιβύη, το Ιράκ, τη Συρία και το Αφγανιστάν έχουν μεταβάλει καθοριστικά τις ροές των μετακινούμενων πληθυσμών, αλλά και τις συνθήκες στις οποίες οι μετακινήσεις αυτές πραγματοποιούνται. Η έλλειψη θέσεων εργασίας δεν είχε μόνο ως αποτέλεσμα τη μετανάστευση περισσότερων από διακόσιες χιλιάδες Ελλήνων με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και επαγγελματική κατάρτιση αλλά και την απόφαση προσφύγων και μεταναστών να διέλθουν από την Ελλάδα και τελικά να αναζητήσουν την εγκατάστασή τους σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Η πλειοψηφία των εισερχόμενων προσφύγων και μεταναστών που ήρθαν στην Ελλάδα τα τελευταία έτη θεωρούν πως η παρουσία τους στη χώρα είναι προσωρινή.

Η έρευνά μας βασίστηκε σε ανοιχτές συνεντεύξεις βάθους με 80 πληροφορητές – μετανάστες και αιτούντες άσυλο που πραγματοποιήθηκαν στην περίοδο Νοεμβρίου 2014 – Ιουνίου 2015. Ορισμένοι από αυτούς είχαν άδεια παραμονής ως εργαζόμενοι ή φοιτητές και κάποιοι βρίσκονταν σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Σημαντικός αριθμός των πληροφορητών αποτελούνταν από άτομα χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα παραμονής. Ο πληθυσμός αυτός αποτελεί μια κατηγορία με δυναμικά και ρευστά χαρακτηριστικά [Τσιτσελίκης 2014].i Αυτό σημαίνει πως, στην περίπτωση της Ελλάδας, κάθε υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να βιώνει ένα νομικό καθεστώς που ετεροκαθορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της ζωής του. Για παράδειγμα, η μακροχρόνια απώλεια εργασίας ή η ολοκλήρωση των σπουδών μεταβάλλει το καθεστώς παραμονής στη χώρα.

Ένταξη στην προσωρινότητα

Ελλείψει ευκαιριών στην ελληνική αγορά εργασίας, σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες στην έρευνα δήλωσαν πως σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν τη χώρα σαν ενδιάμεσο σταθμό στο ταξίδι τους προς την Ευρώπη. Για ελάχιστους η μετανάστευση στην Ελλάδα είναι μια συνειδητή απόφαση και αυτοί είναι οι κάτοχοι άδειας παραμονής για λόγους σπουδών ή εργασίας. Όμως, ακόμα και εντός αυτής της κατηγορίας η παραμονή ή όχι στη χώρα εξαρτάται συχνά από τη διασφάλιση σταθερής και οικονομικά αποδοτικής εργασίας. Επομένως, είναι σπάνιο σε αυτές τις συνθήκες κάποιος να επενδύσει σε κοινωνικές επαφές με ντόπιους, να κάνει προσπάθεια να μάθει τη γλώσσα και να προσπαθήσει συνειδητά να κάνει την Ελλάδα νέο “σπίτι”.

Οι κοινωνικές επαφές των πληροφορητών μας αφορούσαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία ομοεθνείς τους, ενώ οι σχέσεις με Έλληνες περιορίζονταν στο δίκτυο ανεύρεσης εργασίας και στα μέλη οργανώσεων αλληλεγγύης και υποστήριξης. Ωστόσο, οι επαφές με Έλληνες εκτιμούνταν ιδιαίτερα από τους συμμετέχοντες στην έρευνα και στις περιπτώσεις που υπήρχαν το γεγονός αυτό τονίζονταν εμφατικά. Από την άλλη, η “ενσωμάτωση” τόσο με τη μορφή της πρόσβασης σε επίσημες κρατικές δομές και δικαιώματα όσο και υπό την “απλή” έννοια της συμμετοχής στην καθημερινότητα μιας κοινωνίας χωρίς ιδιαίτερα εμπόδια προϋποθέτει την άσκηση σχετικών πολιτικών από το κράτος και έχει ιδιαίτερο κόστος. Από τον Ιανουάριο 2015 έχει επέλθει σημαντική βελτίωση στα δικαιώματα υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής ασφάλισης που απολαμβάνουν οι μετανάστες με άδεια παραμονής και οι πρόσφυγες. Ωστόσο, στην τρέχουσα οικονομική κατάσταση της χώρας και με την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, αυτά τα δικαιώματα συνιστούν εκδοχές του “δικαιώματος στη φτώχεια”.

«Κανένας τόπος δεν είναι σπίτι», «δεν υπάρχει πλέον σπίτι» και η δυνατότητα μελλοντικών σπιτιών

Οι αντιλήψεις των πληροφορητών μας για το μέλλον συγκροτούν τρεις ενίοτε συνυπάρχουσες αφηγήσεις:

  1. Απαισιοδοξία εκφρασμένη ως ρεαλισμός («Θα είμαι πάντα ένας κακοπληρωμένος μετανάστης», «Δεν υπάρχει κάποιο μέρος που να είναι σπίτι»),
  2. Αισιοδοξία που πηγάζει από το παρελθόν («Θα είμαι πάντα καλά, όσο είμαι εκτός Συρίας», «Δεν υπάρχει πια σπίτι»),
  3. Περιορισμένη αισιοδοξία λόγω θρησκευτικής πεποίθησης («αυτά είναι πράγματα του Θεού»).

Όπως έχει ήδη επισημανθεί [Castles 2010],ii οι πολιτισμικές αντιλήψεις για το μέλλον καθορίζουν την αντίληψη για “το σπίτι”. Για τους πληροφορητές μας υπάρχει πάντα ένα «σπίτι», με αναφορά στο χωριό ή στην πόλη καταγωγής. Σε κάποιες περιπτώσεις “το σπίτι” αναφέρεται ως οριστικά κατεστραμμένο. Ωστόσο, συχνά αναφέρθηκε και η προοπτική άλλων “σπιτιών”, όπως τα μέρη όπου κάποιος μπορεί να βρει μόνιμη δουλειά και ασφάλεια. Αυτές οι αντιλήψεις για το «σπίτι» είναι το αποτέλεσμα της μόνιμης ένταξης στην προσωρινότητα.

Για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τα γεωγραφικά, κρατικά, κοινωνικά και πολιτισμικά σύνορα που αντιμετωπίζουν συγκροτούν μια μεγάλη συνοριακή ζώνη βασισμένη σε «παγίδες του νόμου» [Khosrav 2010].iii Η «παγίδα» αυτή έγινε περισσότερο αισθητή στις αρχές του καλοκαιριού 2015, όταν αυξήθηκε ραγδαία ο αριθμός των ανθρώπων που έφταναν στα παράλια των ελληνικών νησιών. Οι πρόσφυγες και μετανάστες τόνιζαν πως η κατάσταση στη Συρία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Λιβύη ωθεί εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην προσφυγιά, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη συνεχή και μόνιμα προσωρινή εκδοχή του φαντασιακού των προσφύγων για το μέλλον. Οι ίδιοι τόνιζαν πως το εθνικό και υπερεθνικό (ευρωπαϊκό και διεθνές) δίκαιο σχετικά με τη μετανάστευση και την προσφυγιά πρέπει να αναθεωρηθούν για να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Ζητούσαν συμπληρωματικές και ενισχυτικές πολιτικές για την διαπολιτισμική επικοινωνία και κοινωνική συνοχή, για την απασχόληση και τα εμβάσματα, για την αντιμετώπιση των αναγκών της αυξανόμενης προσωρινής κινητικότητας των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, ζητούσαν μια διαφυγή από την «ένταξη στην προσωρινότητα»…

 

φωτογραφία: Freedom House

Πηγή: avgi.gr

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2019

Essential SSL
Web Design by Advalue