• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας και δημόσιος λόγος: Ελευθερία της έκφρασης ή μισαλλοδοξία;

Τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα με αφετηρία την εκλογή και δράση του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου στην ηγεσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας έγινε πολύς λόγος για το δικαίωμα της Εκκλησίας να εκφράζεται ελεύθερα και δημόσια επί παντός του επιστητού και με κάθε είδους ύφος. Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι από το 1998 και εξής εισήλθαμε σε μια νέα εποχή, όπου η Εκκλησία διεκδικεί δυναμικά θέση και ρόλο στα δημόσια πράγματα και στον δημόσιο χώρο. Τα ερωτήματα τα οποία συνεπώς ανακύπτουν με αφορμή την εν λόγω δημόσια παρουσία της Εκκλησίας είναι τα εξής:

– Είναι ο λόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας ρατσιστικός ή μισαλλόδοξος, στρεφόμενος εναντίον του διαφορετικού, όπως κι αν αυτό ορίζεται;
– Αποτελεί ο δημόσιος λόγος αυτού του είδους και ύφους άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης εκ μέρους της Εκκλησίας;

Εκείνο που χρειάζεται να διευκρινιστεί είναι ότι δεν πρέπει να κατηγορείται συλλήβδην η Εκκλησία για τις μισαλλόδοξες κορώνες ορισμένων ιεραρχών καθώς και ότι η κάθε περίπτωση δεν είναι ίδια. Ίσως, όμως, πρέπει να “κατηγορηθεί” η Εκκλησία συνολικά και “συνοδικά” για την επιεική αντιμετώπιση όσων καταχρώνται το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης.

Στο κείμενο αυτό σταχυολογούνται ενδεικτικά αποσπάσματα δημόσιου λόγου της Εκκλησίας, που τεκμηριώνουν ότι πρώτον, πολύ συχνά ο λόγος εκκλησιαστικών αξιωματούχων εκτρέπεται σε ανοιχτό ρατσισμό, παροτρύνοντας μάλιστα ορισμένες φορές στην άσκηση φυσικής βίας και δεύτερον, ότι ο λόγος αυτός στο βαθμό που εκφέρεται από δημόσιους λειτουργούς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάγεται στο πλαίσιο της συνταγματικής προστασίας ελευθερίας της έκφρασης. Όπως εξάλλου είχαμε την ευκαιρία να τονίσουμε πρόσφατα η Ένωσή μας:
«δεν αμφισβητεί το δημοκρατικό δικαίωμα της έκφρασης των εκπροσώπων θρησκευτικών κοινοτήτων. Οι θέσεις τους, όμως, υπόκεινται καταρχήν σε δημόσια κριτική και αντιπαράθεση. Προφανής, επίσης, είναι η θεσμική υπόσταση και η σημασία τους καθόσον εκφέρονται από δημόσιους λειτουργούς της συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας και άπτονται πολιτειακών ζητημάτων. Όταν, ωστόσο, ο δημόσιος και θεσμικός λόγος των εκκλησιαστικών φορέων προσλαμβάνει ρατσιστικές διαστάσεις και υποκινεί άμεσα τους αποδέκτες του στην τέλεση παράνομων πράξεων φέρει όχι μόνον ιδιαίτερη απαξία, καθώς πρόκειται για άσκηση δημόσιας εξουσίας, αλλά παύει ξεκάθαρα να εμπίπτει στα συνταγματικά όρια της ελευθερίας του λόγου».

Οι κατεξοχήν εχθροί: Μουσουλμάνοι και Εβραίοι

Τα παραδείγματα του μισαλλόδοξου και μη ανεκτικού λόγου Ελλήνων Μητροπολιτών είναι δυστυχώς αρκετά και μόνο ένα μέρος τους εκτίθεται στο παρόν κείμενο. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου η ισλαμοφοβία έπληξε και την Ελλάδα κυρίως με αφορμή το μεταναστευτικό και την ανέγερση του Ισλαμικού τεμένους και την κατασκευή μουσουλμανικού νεκροταφείου, τα οποία ακόμα εκκρεμούν. Μέσα σε αυτές τις γεινκότερες ισλαμοφοβικές συνθήκες κάθε ακραία ενέργεια δίνει αφορμή για έκφραση μίσους. Έτσι, μετά την επίθεση εναντίον των χριστιανών κοπτών στην Αίγυπτο τα Χριστούγεννα του 2010 ο Μητροπολίτης Πειραιά με ανακοινωθέν του (7/1/2011) αφού χαρακτηρίζει τον Μωάμεθ «δήθεν προφήτη» αναπτύσσει μία χαρακτηρολογία του Ισλάμ σύμφωνα με την οποία:
«Ο χαρακτήρ του Ισλάμ υπήρξε επιθετικός καί αποδεικνύεται μέ τίς εγκληματικές πράξεις των ισλαμιστων ότι καί σήμερα παραμένει. Τό ξίφος καί η μάχαιρα θεωρούνται πειστικότερα του κηρύγματος καί της πειθούς. Άλλωστε η μέσω του Ιερού Πολέμου διάδοσις του Μουσουλμανισμού ήταν η αιτία της επικρατήσεώς του από των στηλών του Ηρακλέους μέχρι του Ινδού ποταμού».
Και όπως είναι “λογικό” συνδέει το γεγονός με την ανέγερση ισλαμικού τεμένους και την παρουσία του Ισλάμ στην Ελλάδα χαρακτηρίζοντας το Ισλάμ καταστροφική λατρεία εντάσσοντάς το δηλαδή στην ίδια κατηγορία με τον σατανισμό κάνοντας επιλεκτική χρήση αποσπασμάτων του Κορανίου:
«Κατόπιν των ανωτέρω δεδομένων καί εκ της θρησκευτικής παραδοχής του Ισλάμ προβλεπομένων, ο Μουσουλμανισμός αποτελεί καταστροφική λατρεία, μή συμβατή μέ τάς προβλέψεις του ισχύντος εν Ελλάδι Συντάγματος όπου εν Άρθρο 13 καθιερούται η ελευθερία θρησκευτικής συνειδήσεως αλλά σέ θρησκευτικές παραδοχές, πού δέν αντίκεινται στή δημόσια τάξη καί τά χρηστά ήθη. Ο ισλαμισμός a priori προωθεί ως μέσον εξαπλώσεώς του όπως τά ανωτέρω χωρία του Κορανίου αναφέρουν, τό έγκλημα, τή βία, τήν τρομοκρατία καί τόν θάνατο. Συνεπώς ο Νόμος πού εψηφίσθη διά τήν δημιουργία ισλαμικού τεμένους στήν Πρωτεύουσα της Χώρας τυγχάνει οπωσδήποτε αντισυνταγματικός διότι αναγνωρίζει ως γνωστή θρησκεία δυναμένη νά επιτελεί ακωλύτως τή λατρεία της, μία θρησκευτική παραδοχή πού ευθέως αντίκειται στήν δημοσία τάξη, τά χρηστά ήθη καί τό Ευρωπαϊκό κεκτημένο. (…) Καλούμεν όθεν τήν Κυβέρνησιν νά αποσύρη τό αντισυνταγματικόν Νομοθέτημά της διότι άλλως θά είναι υπεύθυνη παρομοίων εγκληματικών ενεργειών στήν χώρα μας των φονταμενταλιστων ισλαμιστών».

Την ίδια ρητορική ακολουθεί και όταν οι Μουσουλμάνοι συγκεντρώνονται στην πλατεία Κοτζιά τον Σεπτέμβριο του 2010 για να γιορτάσουν το τέλος του Ραμαζανίου (Ανακοινωθέν 10/9/2010). Σε ένα κείμενο που πέρα από την κατηγορία εναντίον του Ισλάμ κατηγορούνται και οι δημοτικές αρχές για γραικυλισμό, ανερυθρίαστα και ενάντια σε κάθε κατά καιρούς υποκριτικά εκφραζόμενη διατύπωση εκ μέρους της Εκκλησίας, ότι κράτος και Εκκλησία ακολουθούν τους δικούς τους δρόμους και δεν τίθεται ζήτημα χωρισμού, δηλώνεται ότι η Ελλάδα δεν είναι ουδετερόθρησκο κράτος σύμφωνα με το Σύνταγμα και ότι το κράτος οφείλει να αντιμετωπίζει προνομιακά μόνο την επικρατούσα θρησκεία:
«Μέ αισθήματα οδύνης καί βαθυτάτου παραπικρασμού παρακολουθήσαμε υπό τήν τηλοψία τήν παραχώρηση από τήν Δημοτική Αρχή των Αθηνών ανευθύνως της πλατείας Κοτζιά στό κέντρο της Αθήνας σέ Μουσουλμανικής θρησκευτικής παραδοχής πρόσωπα, τά οποία επετέλεσαν δημοσία, αντί σέ προσωρινά παραχωρημένο κλειστό χώρο τά θρησκευτικά των καθήκοντα διά πρώτην φοράν μετά τήν εθνεγερσία καί τήν αποτίναξη της βάναυσης τουρκικής θηριωδίας. Επιθυμούμε νά καταθέσωμε τίς σπόψεις μας γιά τό θέμα: (…)η παραχώρηση του κέντρου των Αθηνών γιά τήν τέλεση θρησκευτικήν τελετήν μίας άλλης εκτός της επικρατούσης κατά τό Σύνταγμα θρησκείας αποτελεί απαράδεκτον συμπεριφοράν πού πλήττει τήν επικρατούσα εις τό Κράτος θρησκευτικήν πίστιν. Η Ελληνική Πολιτεία βάσει του ισχύοντος Συντάγματος δέν είναι ουδετερόθρησκος Πολιτεία. Επιπροσθέτως ουδείς έχει τό δικαίωμα εν ονόματι του δήθεν εκσυγχρονισμού καί της δήθεν πολυπολιτισμικότητος νά ποδοπατεί βαναύσως τήν ιστορική μνήμη του Ελληνικού Έθνους, παραθεωρώντας τούς ποταμούς αιμάτων των αγρίως σφαγιασθέντων καί αναιρεθέντων Νεομαρτύρων από τούς οπαδούς της συγκεκριμένης θρησκευτικής παραδοχής, αλλά καί των ηρώων της εθνικής μας παλλιγγενεσίας. Μόνον γαικύλοι καί προδόται της πατρίδος διατάκται καί υπεργολάβοι της νέας εποχής καί του αθλίου συγκρητισμού μπορούν νά αμνηστεύουν μέ αυτόν τόν “απαράδεκτο τρόπο τέσσερα μαύρα ατέλειωτα εκατόχρονα σκλαβιάς”, φρίκης, δολοφονιών, βιασμών καί ειδεχθών εγκλημάτων πού είχαν ως εφαλτήριο καί τήν συγκεκριμένη θρησκευτική παραδοχή. Ενταύθα βέβαια παραθεωρήθηκε πλήρως η διεθνώς κατωχυρωμένη έννοια της αμοιβαιότητος διότι εις ουδεμία μουσουλμανική χώρα θά επετρέπετο ποτέ μία παρόμοια θρησκευτική ενέργεια καί επί πλέον εκθέτει διεθνώς τήν χώρα μας διότι τήν εμφανίζει ως δήθεν αρνουμένη τήν στέγασιν της συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινωνίας τήν στιγμήν κατά τήν οποίαν εις τήν ελληνικήν επικράτειαν υφίστανται καί λειτουργούν ανέτως μουσουλμανικά τεμένη στήν Θράκη καί τήν Δωδεκάννησο, αι μουσουλμανικαί μουφτείαι τυγχάνουν ανεγνωρισμέναι ως ΝΠΔΔ καί μισθοδοτούνται από του Ελληνικού Δημοσίου οι Θρησκευτικοί λειτουργοί της Μουσουλμανικής Θρησκευτικής παραδοχής καί επιβαρύνουν τόν Κρατικό Προϋπολογισμό τά Μουσουλμανικά ιεροδιδασκαλεία. Στό δέ λεκανοπέδιον ανεξελέγκτως λειτουργούν άτυπα μουσουλμανικά τεμένη. (…) ως εκ τούτων ο Μουσουλμανισμός αποτελεί βαθυτάτη πλάνη καί η θρησκευτική παραδοχή αυτού δέν αποτελεί αποκάλυψη του ζώντος Θεού αλλά ανθρωποπαθές κατασκεύασμα πού ουδεμία σχέση έχει μέ τήν αλήθεια του αποκαλυφθέντος στήν Παλαιά Διαθήκη Δημιουργού τού σύμπαντος κόσμου ενός καί μοναδικού Τρισυποστάτου Θεού, στούς γενάρχες του Εβραϊκού έθνους Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ καί αξαιρέτως στόν Προφήτη Μωϋσή καί κατά τήν Καινή Διαθήκη ενσαρκωθέντος εν τω προσώπω του Λόγου Αυτού σέ εκπλήρωση των ανά τούς αιώνας προφητειαν γιά τήν σωτηρία του κόσμου».

Τα ανωτέρω παραδείγματα είναι ενδεικτικά και υπάρχουν και άλλα λιγότερο γνωστά στα οποία όμως επαναλαμβάνεται η ίδια μισαλλόδοξη φρασεολογία και ρητορική, όπως π.χ. στο ανακοινωθέν του Μητροπολίτη Πειραιά με ημερομηνία 30/6/2011 στο οποίο καταγγέλει πάλι το Ισλάμ, αλλά και την Υπουργό Παιδείας επειδή ενέκρινε την πρόσληψη 250 ιεροδιδασκάλων για τις μουφτείες της Θράκης. Ας θυμίσουμε εδώ και τη δήλωση του Μητροπολίτη Μεσογαίας για το θέμα κατασκευής του Ισλαμικού τεμένους στην Παιανία, η οποία είχε προκαλέσει πολλές αντιδράσεις ακόμα και εκ μέρους άλλων ιεραρχών της Εκκλησίας:
«Αν θέλει η κυβέρνηση να δείξει στη διεθνή κοινότητα ότι είμαστε εκσυγχρονισμένοι ως λαός και πολιτισμένοι, ας απομακρύνει πρώτα τις χωματερές από τα Μεσόγεια, το Κορωπί και την Παιανία, που μολύνουν καθημερινά τα πνευμόνια μας και εξευτελίζουν διεθνώς τη χώρα μας, και ύστερα ας χτίσει το Ισλαμικό Κέντρο που προσβάλλει το πνεύμα και την ιστορία μας». (http://archive.enet.gr/online/online_print?id=21496004)
Εκτός όμως από την ισλαμοφοβία που θεωρούμε ότι αποτελεί σήμερα την κυρίαρχη μισαλλόδοξη ιδεολογία της Εκκλησίας, προσφιλές διαχρονικό θέμα αποτελεί και η εβραιοφοβία. Σε τηλεοπτική του συνέντευξη στο Mega (20/12/2010) ο Μητροπολίτης Πειραιά αφού υποστήριξε ότι υπάρχει «μια παγκόσμια προοπτική για την καταστροφή της οικογένειας…με τις μονογονεϊκές οικογένειες, τα ομόφυλα ζευγάρια…» καταλήγει λέγοντας ότι «ο διεθνής σιωνισμός βρίσκεται πίσω από όλη αυτή την ιστορία», υπενθυμίζοντας ότι «το εβραϊκό λόμπι επισκέφθηκε τον Σημίτη για να διαγράψει το θρήσκευμα από τις ταυτότητες». Το αποκορύφωμα ήταν προφανώς η δήλωσή του ότι:
«Ο Αδόλφος Χίτλερ ήταν όργανο του παγκόσμιου σιωνισμού και χρηματοδοτήθηκε από την περίφημη οικογένεια Ρότσιλντ με μοναδικό σκοπό να πείσει τους Εβραίους να φύγουν από την Ευρώπη και να κατεβούν στο Ισραήλ για να συστήσουν τη νέα αυτοκρατορία».

Παρά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν η Ιερά Σύνοδος αρκέστηκε να δηλώσει ότι οι εν λόγω διατυπωθείσες θέσεις αποτελούν προσωπικές απόψεις του Μητροπολίτη Πειραιά τις οποίες ελεύθερα μπορεί να εκφράζει. Μάλιστα έτερος Μητροπολίτης, ο Γλυφάδας Παύλος, με αφορμή τη συγκεκριμένη συνέντευξη και την αντίδραση που προκλήθηκε συνεχάρη και επαίνεσε τον Μητροπολίτη Πειραιά:
«για την ακεραιότητα του ήθους του, το θάρρος της γνώμης του, αλλά και τις μετά παρρησίας τοποθετήσεις του σε επίκαιρα ζητήματα που απασχολούν την Εκκλησία της Ελλάδος, όπως και σε φλέγοντα θέματα που ανακύπτουν στην καθημερινότητά μας. Η στεντόρεια και αταλάντευτη φωνή του, μας συγκινεί και μας ενδυναμώνει, γιατί είναι η φωνή αλήθειας, θάρρους και αγωνιστικότητας, γιατί είναι φωνή Ορθόδοξης μαρτυρίας που εδράζεται στο ιερό ευαγγέλιο, τους ιερούς κανόνες και την αυθεντική παράδοση της Αγίας μας Εκκλησίας» (http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=4539).

Οι Διαμαρτυρόμενοι “λύκοι” και η καύση της Καινής Διαθήκης

Εκτός από Μουσουλμάνους και Εβραίους που μονοπωλούν τον δημόσιο λόγο των Μητροπολιτών και άλλες μικρότερες θρησκευτικές κοινότητες και ομάδες βρίσκονται στο στόχαστρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το καλοκαίρι του 2010 ομάδα Διαμαρτυρομένων βρέθηκε στην Γορτυνία προκειμένου να μοιράσει την Αγία Γραφή και άλλο θρησκευτικό υλικό. Ο Μητροπολίτης Γόρτυνος εξέδωσε εγκύκλιο (Βλ. Κυριακάτικο Εγκύκλιο Κήρυγμα Μητροπολίτου «Λύκοι στην ποίμνη μας», Δημητσάνα-Μεγαλόπολη, Κυριακή 8/8/2010) για την παρουσία τους, στην οποία χαρακτήριζε τους Διαμρτυρόμενους “λύκους που μπήκαν στην ποίμνη μας” και αιρετικούς, το έργο τους έργο του διαβόλου και προέτρεπε τους συγχωριανούς του να μην ανοίγουν συζήτηση μαζί τους. Επιπλέον, τους τόνιζε ότι «αν τους βλέπετε να σας γίνονται ενοχλητικοί απειλήστε τους τελικά με τα μπαστούνια που έχετε πίσω από την πόρτα, χωρίς όμως να τους χτυπήσετε». Τέλος, τους προέτρεπε να κάψουν τα φυλλάδια που τους έδωσαν “οι αιρετικοί” αλλά και την ίδια την Καινή Διαθήκη, λέγοντας ότι δεν θέλουμε τον λόγο του θεού από τα δικά τους χέρια. Πρόκειται για μια περίπτωση η οποία δεν έγινε ευρέως γνωστή παρότι στον 21ο αιώνα βρέθηκε ιεράρχης, ο οποίος όχι μόνο προέτρεψε σε άσκηση βίας, αν και υποτίθεται ότι οι πιστοί Ορθόδοξοι δεν θα έπρεπε να χτυπήσουν τους “αιρετικούς”, (αλήθεια ποια απόσταση χωρίζει την άρση και απειλητική χρήση ενός μπαστουνιού από την εφαρμογή του στο κεφάλι ή στο σώμα ενός “αιρετικού”, όταν τόσο μίσος εκστομίζεται από ανθρώπους που θα έπρεπε να κηρύττουν το ?αγαπάτε αλλήλους?;), αλλά επιπλέον προέτρεψε στην καύση βιβλίων και μάλιστα ιερών.

Κατά μεταναστών γενικώς και ομοφυλοφίλων ειδικώς

Το μεταναστευτικό είναι ένα μεγάλο θέμα για το οποίο η Εκκλησία διεκδικεί όχι μόνο να έχει λόγο, αλλά και ρόλο καθώς φαίνεται να αποτελεί για την Εκκλησία προνομιακό πεδίο παρέμβασης, ιδίως ως προς τους μουσουλμάνους μετανάστες. Ας θυμίσουμε στο σημείο αυτό τα κηρύγματα εναντίον των μεταναστών με τον Μητροπολίτη Άνθιμο να δηλώνει ότι με το μεταναστευτικό σχέδιο της κυβέρνησης θα «μαυρίσει ο τόπος αν εφαρμοστεί, θα γεμίσουμε με παραρτήματα της Αλ Κάιντα» καθώς και ότι «δεν μπορείς να φέρνεις 700 χιλιάδες Μουσουλμάνους στην χώρα και να τους κάνεις Έλληνες χωρίς να ρωτάς την Εκκλησία», (http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=4168:–q——q&catid=26:2009-12-18-08-38-40&Itemid=127&month=2&year=2010) δηλώσεις που αν δεν εκφράζονται εσκεμμένα παραποιημένες τότε αποτελούν τον απαύγασμα της πλήρους άγνοιας και παραπληροφόρησης καθώς επισείεται ο φόβος της τρομοκρατίας χωρίς κανένα απολύτως έρεισμα.

Όμως και η ομοφυλοφιλία δεν ξεφεύγει από την επιθετική στάση της Εκκλησίας. Για την ομοφυλοφιλία ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε δηλώσει από άμβωνος ότι είναι «κράζουσα αμαρτία» και «κουσούρι», ενώ υπεραμύνθηκε του «δικαιώματος» εκπροσώπων πολιτικών θεσμών να εκφέρουν δημόσια αντίστοιχες απαξιωτικές απόψεις για μια κοινωνική κατηγορία ευρωπαίων πολιτών, θέμα για το οποίο η Ένωση είχε δημοσιεύσει αντίστοιχο δελτίο τύπου (Το πραγματικό κουσούρι είναι ο ρατσισμός [5.11.2004]). Ο Μητροπολίτης Πειραιά πρωταγωνιστεί και σε αυτό το θέμα αφού σε σχετικό ανακοινωθέν του ήδη από το 2008 (21/3/2008) αναφέρει:
«Αναστάτωση και έντονος προβληματισμός επικρατούν εσχάτως στην Ελληνική κοινωνία με την προσπάθεια διαφόρων ?κύκλων? για τον ευτελισμό και την πλήρη γελοιοποίηση του υψίστου ιδεώδους του ανθρωπίνου προσώπου και της αξιοπρεπείας αυτού. Με την δηλωθείσα πρόθεση μικράς μερίδος πολιτειακών παραγόντων της τοπικής αυτοδιοικήσεως να αυθαιρετήσουν στα υπό του νομοθέτου, του κοινού νου και της ηθικής τάξεως προβλεπόμενα με την σύναψη ομοφυλοφιλικών γάμων αποτελούν εκδήλωση εγκληματικής προσβολής, αποϊεροποιήσεως και απομειώσεως του ανθρώπινου βίου, αφού ονομάζουν δήθεν προοδευτισμό την παράνοια των παρά την ανθρώπινη φύση και τον ανθρώπινο οργανισμό ψυχοπαθολογικών εκτροπών του γενετησίου χώρου. Συμπαθούμε και προσευχόμεθα εκ βαθέων για τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε τέτοιας μορφής τραγικές εκπτώσεις της ανθρωπίνης υποστάσεως αλλά δεν δυνάμεθα να μην υψώσουμε φωνή μεγίστης διαμαρτυρίας για την καταβαράθρωση την ηθικών αξιών και της οικογενείας που επιτελείται. Είμεθα πεπεισμένοι ότι επιχειρείται καταδολίευση της ανθρωπίνης ελευθερίας με την διάπλαση αναλγήτων και απονευρωμένων ηθικά ανθρώπων πλήρως χωματοποιημένων».

Αλλά και σε πιο πρόσφατο ανακοινωθέν του (7/9/2011) συνεχίζει με παρόμοια ρητορική:
«Ταυτοχρόνως η δημοσιοποιηθείσα από τά Μ.Μ.Ε. λειτουργία νομοπαρασκευαστικής επιτροπής υπό τόν έως σήμερα ευπρεπή Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Μιλτ. Παπαϊωάννου γιά τήν επαίσχυντη, χυδαία, ποταπή καί βορβορώδη νομοθετική πρωτοβουλία γιά τήν θεσμοθέτηση από τό Ελληνικό Κοινοβούλιο της τραγικότητος της ομοφυλοφιλίας καί της ανατροπής της ανθρωπίνης οντολογίας μέ τήν αναγνώρισι ανυπάρκτου ετέρου γενετησίου προσανατολισμού καί της φθοροποιού ψυχικής καί σωματικής καί ακρως ιατρικώς επικινδύνου παραχρήσεως των ανθρωπίνων σωματικών οργάνων, (…) αποτελεί δόλιο εκρηκτικό μείγμα γιά τήν εκθεμελίωσι των ιδεωδών του Γένους καί της πίστεως καί γιά τήν αποσάρθρωσι του κοινωνικού ιστού».

Ας θυμηθούμε και τη γραφική επιστολή του προς την Βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας για να διαμαρτυρηθεί για τις δηλώσεις του τραγουδιστή Έλτον Τζον για τον Ιησού και στην οποία ονομάζει την ομοφυλοφιλία ψυχοπαθολογική εκτροπή και διαστροφή και μάλιστα ανασύρει και τον ορισμό του παρωχημένου Ιταλού εγκληματολόγου Τ. Λομπρόζο για το θέμα λέγοντας χαρακτηριστικά:
«δικαιώνει απολύτως τόν γνωστό εις τήν εγκληματολογική επιστήμη ορισμό περί του ψυχισμού του αρρενοθήλεος του μεγίστου Ιταλού εγκληματολόγου Καίσαρος Λομπρόζο, ο οποίος καί γνωμοδότησε ότι ο αρρενοθήλης κέκτηται “τόν δυναμισμό του άρρενος καί τήν μοχθηρία του θήλεος, δέν έχει ουδεμία ηθική αναστολή καί ουδέν μεταφυσικό ιδεώδες”.

Προτροπή σε άσκηση βίας κατά μειονοτήτων

Τελευταίο αφήσαμε και το πιο πρόσφατο γεγονός το οποίο αποτέλεσε και την αφορμή για το παρόν κείμενο-παρέμβαση της Ένωσης που είναι το κήρυγμα του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης στις 14/8/2011 σχετικά με το ενδεχόμενο λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού στο δημοτικό διαμέρισμα Μελίτης της Φλώρινας, ο οποίος υποτίθεται θα εκπέμπει στα σλαβομακεδονικά. Διερωτώμενος εάν ο σταθμός θα αποτελέσει όργανο προπαγάνδας της FYROM, ο Μητροπολίτης σπεύδει να προειδοποιήσει:
«Αν είναι ναι, εγώ με τη νεολαία και με όσους θέλετε – θα το πω όπως το αισθάνομαι, δεν ξέρω τι θα γίνει -, αλλά αν πουν ναι και το κάνουν, τουλάχιστον 40-50 πούλμαν πρέπει να φτάσουν εκεί και μαζί με τους εκεί αδελφούς της Φλώρινας και της Μελίτης να τα κάνουμε γυαλιά καρφιά. Αλλιώς δεν γίνεται δουλειά».

Το συγκεκριμένο περιστατικό προκάλεσε αντιδράσεις και συζητήσεις, διότι ο Μητροπολίτης κατ? ουσίαν προέτρεψε ανοιχτά σε πράξεις βίας, σε παράνομες δηλαδή πράξεις για ένα θέμα, το Μακεδονικό, το οποίο επίσης θεωρείται από την Εκκλησία ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος της προνομιακό πεδίο παρέμβασης.

Από την παραπάνω σταχυολόγηση του δημόσιου λόγου της Εκκλησίας καθίσταται προφανές ότι η διαφορετικότητα τίθεται στο στόχαστρο είτε αυτή αφορά κυρίως διαφορετικές θρησκευτικές και εθνικές ομάδες είτε κοινωνικές ομάδες και ο λόγος της Εκκλησίας αποτελεί μια ξεκάθαρη άσκηση βίας κατ’αρχάς συμβολικής αλλά με εμφανή ροπή και προς την άσκηση φυσικής βίας. Καθίσταται με άλλα λόγια ξεκάθαρο ότι μεγάλο μέρος της ιεραρχίας με τη συνένοχη(;) σιωπή του συνόλου αντιμετωπίζει το διαφορετικό ως κάτι κατώτερο και δεν συζητά με επιχείρηματα, αλλά αναπαράγει στερεότυπες αντιλήψεις και ιδεολογίες οι οποίες ορισμένες φορές κινούνται στα όρια της νομιμότητας ή και τα ξεπερνούν.

Η ανάδειξη του ζητήματος του δημόσιου λόγου της Εκκλησίας σχετίζεται άμεσα και με την πρόσφατη συζήτηση για τον νέο νόμο περί ρατσιστικού λόγου. Θυμίζουμε ότι σύμφωνα με το αρ.1 του ισχύοντος ν.927/1979 (ΦΕΚ Α΄139) «όστις δημοσίως είτε προφορικώς είτε δια του τύπου είτε δια γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή παντός ετέρου μέσου εκ προθέσεως προτρέπει εις πράξεις ή ενεργείας δυναμένας να προκαλέσουν διακρίσεις μίσους ή βίαν κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων εκ μόνου του λόγου της εθνικής ή φυλετικής καταγωγής των τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινήν ή και δι? αμφοτέρων των ποινών τούτων». Και στο αρ.2 αναφέρεται ότι «όστις δημοσίως είτε προφορικώς είτε δια του τύπου είτε δια γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή παντός ετέρου μέσου εκφράζει ιδέας προσβλητικάς κατά προσώπου ή ομάδος προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των, τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινήν ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων». Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον ν. 1419/1984 (ΦΕΚ Α΄28) και ειδικότερα σύμφωνα με το αρ.24 «όπου στον ν.927/1979 “περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις” αναφέρεται η φυλετική ή εθνική καταγωγή προστίθεται και η περίπτωση του θρησκεύματος».Θεωρούμε συνεπώς ότι ο δημόσιος λόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αυτός που παραθέσαμε, ενδεχομένως εμπίπτει στις διατάξεις του εν λόγω νόμου.

Στο ερώτημα που πολλοί θέτουν εάν η Εκκλησία απαγορεύεται να εκφράζεται ελεύθερα και ότι αν της απαγορεύσουμε να ομιλεί καταπατάται το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, απαντάμε αφενός ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν συνιστά ασυδοσία της έκφρασης και κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος και αφετέρου ότι οι ιεράρχες καλώς ή κακώς ανήκουν στον κρατικό μηχανισμό και όπως δεν επιτρέπεται σε κανέναν αξιωματούχο του κράτους να εκφράζεται δημοσίως κατ’ αυτόν τον τρόπο το ίδιο ισχύει και για τους επαγγελματίες της θρησκείας. Πολλώ δε μάλλον που οι αρχιερείς υποτίθεται ότι κατέχουν και ένα ιδιαίτερο δημόσιο αξίωμα και μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Μπορεί άραγε κανείς να σκεφθεί έναν υπουργό, τον Πρωθυπουργό ή τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να εκφράζεται κατά παρόμοιο τρόπο για τους Μουσουλμάνους, τους Εβραίους ή τους ομοφυλόφιλους; Επίσης, ας αναλογιστεί κανείς τι θα γινόταν εάν ένας μουφτής ή ένας πρόεδρος μεταναστευτικού σωματείου μιλούσε απαξιωτικά για την Εκκλησία ή για κάποιον από τους αρχιερείς της. Ας σημειωθεί επιπλέον, ότι σύμφωνα και με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι δημόσιοι λειτουργοί οφείλουν να αποφεύγουν να προβαίνουν σε δηλώσεις που μπορεί να οδηγήσουν τους υφισταμένους τους ή τους αποδέκτες των κηρυγμάτων τους σε πράξεις που οδηγούν σε αθέμιτες διακρίσεις. Και αυτό, διότι, όταν η ελευθερία της έκφρασης ασκείται από δημόσιους λειτουργούς συνιστά μορφή άσκησης της δημόσιας εξουσίας. Με τη σκέψη αυτή, το ΕΔΔΑ, στην υπόθεση Baczkowski και λοιποί κατά Πολωνίας (3.5.2007), καταδίκασε την Πολωνία επειδή ο δήμαρχος της Βαρσοβίας έκανε ορισμένες ομοφοβικές δηλώσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα οι δημοτικοί υπάλληλοι να απαγορεύσουν πορεία από ομοφυλόφιλους (§96 και 100).

Διαπιστώνεται επίσης και η εξής αντίφαση. Οι ίδιοι οι ιερείς επικαλούνται το ιερατικό τους αξίωμα και την ιδιότητά τους ως δημοσίου προσώπου, προκειμένου να δικαιολογήσουν την παρέμβασή τους στα επίκαιρα θέματα (π.χ. μετανάστες, ομοφυλόφιλοι, κλπ). Παρ’ όλη την συμμετοχή τους, όμως, σε θέματα της επικαιρότητας και την εκ των πραγμάτων επικέντρωση του ενδιαφέροντός της κοινής γνώμης στο πρόσωπό τους, δεν δέχονται καμία κριτική. Και τούτο, επικαλούμενοι και πάλι την ιδιότητά τους. Θεωρούν δηλαδή ότι τυχόν ανταπάντηση στους ίδιους τόνους θα σήμαινε “επίθεση” στην Εκκλησία. Όμως, η καθιέρωση “απυρόβλητων” περιοχών στον δημόσιο διάλογο εξ αιτίας της ιδιότητας των συνομιλούντων, θα ισοδυναμούσε με την αναγνώριση ασυλιών και προνομίων, τα οποία δεν ανέχεται ούτε η αρχή της ισότητας, ούτε ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματός μας.

Στην τρέχουσα, λοιπόν, οικονομική και κοινωνική συγκυρία και με αφορμή το ζήτημα του δημόσιου λόγου της Εκκλησίας, θεωρούμε ότι πρέπει να ξανατεθεί στο τραπέζι το θέμα του χωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι στην περίπτωση αυτή η Εκκλησία θα μπορεί να εκφράζει τέτοιου είδους απόψεις ασύδοτα, ίσως, όμως, τότε μπορεί να εφαρμοστεί καλύτερα ο νόμος που αφορά όλους τους Έλληνες πολίτες. Κατά συνέπεια η πρόταση νόμου για το χωρισμό κράτους και Εκκλησίας την οποία η Ένωση είχε καταθέσει το 2005, υπό τις παρούσες συνθήκες είναι πλέον ξανά επίκαιρη, ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ. Αξίζει κλείνοντας να επαναλάβουμε τα δύο σημεία που τότε η Ένωσή μας είχε θέσει στην αρχή της αιτιολογικής της έκθεσης για το σχετικό σχέδιο νόμου:
1.Η παρούσα πρόταση υπηρετεί έναν διπλό σκοπό: αποβλέπει αφ’ ενός μεν στο να βελτιώσει τις εγγυήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας εν όψει των νέων συνθηκών που έχουν επικρατήσει στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Και, αφ’ ετέρου, να δημιουργήσει τις θεσμικές προϋποθέσεις που, σε μεσομακροπρόθεσμη προοπτική, θα επιτρέψουν στην Εκκλησία της Ελλάδος και τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες να αναπτυχθούν σε υγιείς βάσεις στη χώρα μας και να εκπληρώσουν την αποστολή τους, απαλλαγμένες από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του κράτους. Έτσι, αν οι πρόσφατες αποκαλύψεις και το συνακόλουθο αίτημα για κάθαρση και διαφάνεια στα οικονομικά της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν η άμεση αφορμή για την ανάληψη αυτής της πρωτοβουλίας, τα βαθύτερα αίτια της έχουν να κάνουν με τις δυσλειτουργίες που προκαλεί ένα παρωχημένο θεσμικό πλαίσιο, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών. Γιατί, όπως κάθε μέρα συνειδητοποιεί ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός πολιτών -στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και ειλικρινείς θρησκευόμενοι- η παρατεινόμενη στενή διαπλοκή Πολιτείας και Εκκλησίας υπονομεύει το πνευματικό έργο της δεύτερης ενώ, ταυτόχρονα, προσβάλλει τις αρχές της ισοπολιτείας που η πρώτη έχει ταχθεί από το Σύνταγμα να υπηρετεί
2. Όσοι ανέλαβαν την πρωτοβουλία της παρούσας πρότασης επιθυμούν να ξεκαθαρίσουν ότι δεν βάλλουν κατά του θρησκευτικού αισθήματος του ελληνικού λαού, ούτε αμφισβητούν τις παραδόσεις του. Επιδιώκουν απλώς, σε έναν κόσμο που εξελίσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, να συμβάλλουν στην προσαρμογή ενός απαρχαιωμένου θεσμικού πλαισίου, που γέννησε τα γνωστά προβλήματα, στις καινούργιες συνθήκες. Και τούτο, χωρίς αιφνιδιασμούς, ούτε άλματα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκαλέσουν φόβο, πόνο και τραύματα στους πιστούς και τους θρησκευόμενους, αλλά με ρεαλιστικές προτάσεις για τις απολύτως αναγκαίες μεταβολές προς την πρόοδο και την εξέλιξη. Πολύ περισσότερο που, στην Ελλάδα ειδικά, τα δεδομένα του προβλήματος έχουν σε μεγάλο βαθμό ανατραπεί την τελευταία 15ετία: με το μεταναστευτικό ρεύμα, που άλλαξε την όψη της ελληνικής κοινωνίας, επηρεάζοντας πλέον και τις βαθύτερες δομές της, η χώρα μας βλέπει όλο και περισσότερο τον εαυτό της όχι πιά ως μονοπολιτισμική και θρησκευτικά ομοιογενή, αλλά ως πολυπολιτισμική και θρησκευτικά διαφοροποιημένη. Πρόκειται για μιαν μεταβολή που επιβάλλει αλλαγές οπτικών, κριτηρίων και μεθόδων, για τις οποίες η παρούσα πρόταση θέλει να αποτελέσει ένα πρώτο αλλά σταθερό βήμα.
Θεωρούμε σχεδόν βέβαιο ότι όπως και τότε θα μας κατηγορήσουν πάλι ως φωταδιστές, γραικύλους, νέους Διοκλητιανούς, μητραλοίες, προοδευτικάριους κ.ά. ωραία επίθετα (βλ. δελτίο τύπου για τους χαρακτηρισμούς της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά την πρόταση νόμου της Ένωσης [18/12/2005]), τα οποία θα πάρουν τη θέση οποιωνδήποτε σοβαρών επιχειρημάτων. Αυτό όμως δεν πρόκειται να αλλάξει τη θέση μας για την αλλαγή που πλέον ολοφάνερα απαιτείται στις σχέσεις Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Υπό τις συνθήκες, λοιπόν, αυτές και έχοντας υπόψη μας ότι από την προηγούμενη πρόταση της Ένωσης μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει τίποτα προς την κατεύθυνση του χωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος, το θέμα του χωρισμού τίθεται και πάλι επιτακτικά από τις ίδιες τις κοινωνικές συνθήκες. Ελπίζουμε ότι αυτή τη φορά τα αποτελέσματα θα είναι ευνοϊκότερα για την κοινωνία, αλλά ενδεχομένως και για την Εκκλησία.

 

ρατσισμός, σχέσεις κράτους-εκκλησίας

Μέλος

Newsletter