• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Μετέωροι μεταξύ ασύλου και απέλασης – Παρέμβαση του Κ. Τσιτσελίκη

Η μετεκλογική συζήτηση γύρω από θέματα μετανάστευσης μοιάζει να έχει αλλάξει τόνο και ύφος, καθώς οι προγραμματικές εξαγγελίες της κυβέρνησης ανέβασαν τον πήχυ των προσδοκιών για βελτίωση της κατάστασης. Παρ’ όλα αυτά, η ρητορική του φόβου (αλλά και της απειλής – παράδειγμα η πρόσφατη προσωπική επίθεση κατά της ειδικού γραμματέως του Υπουργείου Παιδείας, Θάλειας Δραγώνα) εξαπλώνεται εκ του ασφαλούς συσκοτίζοντας κρίσιμες πτυχές του “μεταναστευτικού” που αφορά πρωτίστως την κοινωνία μας.

Γράφει ο Κώστας Τσιτσελίκης

Ήδη το σχέδιο νόμου που προβλέπει την απόδοση ιθαγένειας και πολιτικών δικαιωμάτων στις τοπικές εκλογές σε ορισμένες κατηγορίες μεταναστών και των παιδιών τους βλέπει προς τη σωστή κατεύθυνση μιας κοινωνίας που ενσωματώνει παρά αποκλείει. Αν και θα μπορούσε να διατυπώσει κάποιος πολλές βελτιωτικές παρατηρήσεις, το πρόβλημα στη συζήτηση αυτή δεν αφορά τόσο τα υποκείμενα των δικαιωμάτων όσο εκείνους που εκφράζουν την τυφλή και εκκωφαντική αντίθεσή τους. Την αντίθεση στην προοπτική η κοινότητα των Ελλήνων πολιτών να ανοίξει και σε άλλους, «αλλοδαπούς», «αλλοεθνείς», «αλλόθρησκους», «αλλογενείς», σε ξένους δηλαδή που θα έχουν λόγο στα πολιτικά πράγματα του τόπου όπου ζουν. Η αντίδραση αυτή δεν είναι καινοφανής: πριν από 170 χρόνια είχε ξεσηκωθεί δυναμική αντίδραση στην πολιτογράφηση και την απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων στους «ετερόχθονες», όπως πριν από μισό αιώνα υπήρξε αντίδραση ενάντια στα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών.

Η δημόσια συζήτηση συχνά σημασιοδοτεί αρνητικά το «μεταναστευτικό» ως ένα βάρος που έχει υποχρεωτικά αγκιστρωθεί επάνω της και αποσιωπά το ότι αποτελεί φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με το μέλλον της ίδιας της κοινωνίας μας· αποσιωπά ότι οι άνθρωποι που ήρθαν να μείνουν εδώ αποτελούν μοχλό κοινωνικών και οικονομικών μεταβολών· αποσιωπά ότι αυτοί, και βέβαια τα παιδιά τους, αποτελούν εν τέλει το μέτρο της συγχώνευσης του παλαιού και του νέου, ως ένας καινούργιος κρίκος ο οποίος προστίθεται στις αέναες και πολύπλοκες διαδικασίες που συνεπάγονται οι πληθυσμικές μετακινήσεις, καρπός των οποίων είναι και η ελληνική περίπτωση.

Χωρίς σεβασμό
Όσοι εμμένουν σε μία στατική θεώρηση των πραγμάτων, αποφεύγουν να κοιτάξουν κατάματα τον συλλογικό μας «εαυτό» και να αναθεωρήσουν το τι σημαίνει και πώς μπορεί να γίνει κάποιος «Έλληνας πολίτης». Η συμπερίληψη στην «κοινότητα των πολιτών» με κριτήριο τους δεσμούς με το έδαφος μπορεί να λύσει προβλήματα και να ελαττώσει τις κατηγορίες αποκλεισμών. Επίσης, η διεύρυνση των όρων απόκτησης της ιθαγένειας αποτελεί κρίσιμο ζήτημα, όχι όμως και πανάκεια για τα δικαιώματα. Ο ουσιαστικός, και όχι ο απλά διακηρυκτικός, σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι ένα στοιχείο που λείπει από τη συζήτηση και την πράξη, καθώς με ευκολία ο νόμος και η εξουσία διαφοροποιούνκατηγορίες ανθρώπων με βάση την καταγωγή ή τους δεσμούς αίματος, συχνά μέσα από διοικητικά ανεξέλεγκτες πρακτικές. Από την άλλη πλευρά, τα σύνορα «σκληραίνουν» και συχνά σκοτώνουν. Προστατεύουν «τους από μέσα», ως ένα στρατιωτικο-πολιτικό-οικονομικο-ιδεολογικό οχυρό απέναντι σε αυτούς που απειλούν να το διασχίσουν. Τα σύνορα εξωραΐζουν έτσι τα προβλήματα των «από μέσα» και δαιμονοποιούν τους «απ΄ έξω». Από εκεί και πέρα, το πόσο «ανθρώπινα» ή «απάνθρωπα» ρυθμίζονται οι σχέσεις που προκύπτουν από τη μετανάστευση είναι θέμα που συνδέεται με ρητές ή άρρητες όψεις της κατανομής του πλούτου, την ταξικότητα και τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας που «τίθενται υπό απειλή» στο κράτος υποδοχής, σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη. Η τελευταία επιχειρεί να νομιμοποιήσει λογικές φόβου που διαχέει ανέξοδα εξυπηρετώντας πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, όπως έδειξαν τα παραδείγματα της Μανωλάδας και της Πάτρας (βλ. Β. Λαδάς, Μουσαφεράτ ).

Τελικά, είναι άραγε δυνατόν να εξανθρωπίσουμε τα σύνορα, τις λογικές τους και ό,τι αυτά περικλείουν; Οι παρακάτω παρατηρήσεις αποτελούν ορισμένα σημεία, μεταξύ πολλών άλλων, που ενδεχομένως χρήζουν εμβάθυνσης στην ευρύτερη συζήτηση, αλλά και άμεσης πολιτικής και κανονιστικής παρέμβασης:

Ο δρόμος είναι ανηφορικός
Tα θέματα που αφορούν τους μετανάστες αναδεικνύουν τα δικαιοκρατικά ελλείμματα της ελληνικής πολιτικής και κοινωνίας: όσο κακή είναι η διοίκηση και η συμπεριφορά των αρχών απέναντι στους Έλληνες τόσο χειρότερη είναι απέναντι στους μετανάστες.

Το ίδιο ισχύει και για τους ήδη ελλειμματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας, κοινωνικής πρόνοιας, αλλά και τους μηχανισμούς οικονομικής εκμετάλλευσης, των κρυφών ή φανερών συμφερόντων και της σιωπής που τους τρέφουν. Όπως φαίνεται, ο μετεκλογικός δρόμος των δικαιωμάτων είναι ανηφορικός και μάλιστα μονόδρομος.

Η ποινικοποίηση των «λαθραίων»
Οι μετανάστες ορίζονται ως νόμιμοι ή παράνομοι με σκληρές γραμμές αποκλεισμών και με συνεχείς παλινδρομήσεις της εννοιοδότησης του «νόμιμου» και του «παράνομου». Εν τέλει, αυτό που αποκαλούμε συχνά «έλλειψη μεταναστευτικής πολιτικής» αποτελεί μια συγκροτημένη πραγματικότητα που τα τελευταία 18 χρόνια διατηρεί στην γκρίζα ζώνη ανθρώπους και δικαιώματα. Οι πολιτικές αυτές έπεσαν στον λάκκο που οι ίδιες δημιούργησαν. Με την κατασκευή αποκλεισμένων, αλλά και την ποινικοποίηση συμπεριφορών βοήθειας και αλληλεγγύης προς αυτούς, η ικανότητα εμπέδωσης μιας φιλελεύθερης εξουσίας και η ίδια η κοινωνική ασφάλεια αποσαθρώνονται (βλ. Νίκος Παρασκευόπουλος, Ο Ιαβέρης, οι άθλιοι ξένοι και η κρατική εξουσία, Ελευθεροτυπία, 14.10.2009). Μια νομοθεσία που ποινικοποιεί τους «λαθραίους» παράγει περισσότερους κινδύνους απ΄ όσους αποσοβεί. Οι άνθρωποι παρανομούν γιατί δεν μπορούν να περάσουν την πύλη της νομιμότητας. Κραυγαλέα περίπτωση οι νέοι της «δεύτερης γενιάς». Από την άλλη πλευρά, το κράτος χάνει από τη δικαιοδοσία του- και εν τέλει από τον θεσμικό του έλεγχο- έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων οι οποίοι, αν και επεδίωκαν να ενταχθούν κάτω από αυτήν τη δικαιοδοσία, τελικά βρίσκονται αντιμέτωποι και απειλούμενοι από αυτήν.

Εργαλείο ανάπτυξης
Συχνά, η συζήτηση για τη μετανάστευση επικεντρώνεται στην «ορθολογική διαχείριση» των μεταναστευτικών ροών ως «εργαλείο ανάπτυξης», με οικονομικούς όρους, αδιαφορώντας και αποκρύπτοντας τις πραγματικές διαστάσεις της και κυρίως τα αίτια που οδηγούν στον μαζικό εκπατρισμό εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Αποκρύπτεται λ.χ. το τι συμβαίνει στην άλλη πλευρά των συνόρων, το πώς αντιμετωπίζεται στην Τουρκία το άσυλο, τι πρακτικές ακολουθούνται και πώς αρθρώνεται ο εκεί δημόσιος λόγος (οι ομοιότητες εκπλήσσουν!), αλλά και το πώς διαμορφώνονται οι ευρωπαϊκές λογικές που ξοδεύονται σε εσωστρεφείς και ατελέσφορες πρακτικές αστυνομικού τύπου.

Άσυλο και απαράδεκτες συνθήκες
Το δικαίωμα στο άσυλο έχει ευτελιστεί στην Ελλάδα (όπως και στην Τουρκία), καθώς η αναγνώρισή του αγγίζει μηδενικές τιμές. Συνήθως παραγνωρίζεται το γεγονός ότι όσοι δικαιούνται άσυλο διασχίζουν αναγκαστικά παράτυπα τα σύνορα των κρατών, όχι όμως παράνομα, εφόσον αποδοθεί το άσυλο. Έτσι η χορήγηση ασύλου έχει υπαχθεί σε πολιτικές ξένες προς τον σκοπό του δικαίου. Πρακτικές απρόκλητης βίας (από την Αστυνομία και το Λιμενικό) και η κράτηση των αιτούντων (και μη αιτούντων) άσυλο σε εξευτελιστικές συνθήκες προσβάλλουν κάθε αίσθημα δικαίου. Ήδη η κράτηση σε άθλιες συνθήκες ενός τεράστιου αριθμού υποψηφίων για απέλαση έχει κριθεί ως παράνομη στέρηση της ελευθερίας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (υπόθεση Τabesh ). Ο εντελώς αναποτελεσματικός μηχανισμός κράτησης και (μη) απέλασης φέρεται να εξυπηρετεί την πλειοψηφία που «απειλείται». Τα μέτρα λοιπόν που εξήγγειλε πρόσφατα η κυβέρνηση για τον εξανθρωπισμό των χώρων φιλοξενίας στη Θράκη και στα νησιά και για την κανονικοποίηση της διαδικασίας απόδοσης ασύλου ίσως θεραπεύσουν ορισμένα από αυτά τα άμεσα προβλήματα.

Κολασμός ταυτότητας και όχι πράξης
Το δίκαιό μας αντιλαμβάνεται πλέον τους μετανάστες, νόμιμους ή παράνομους ως έναν «κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια». Αρκεί ο αλλοδαπός να κατηγορηθεί ότι διέπραξε πλημμέλημα, χωρίς αυτό να διαπιστωθεί από το ποινικό δικαστήριο, για να απελαθεί. Ο νομοθέτης έχει αυτοματοποιήσει τα προστάδια της ποινικής διαδικασίας και θέσπισε τρόπους κολασμού ταυτότητας και όχι πράξης, μονοπάτια επικίνδυνα τα οποία η ελληνική κοινωνία βίωσε με αγριότητα σε εποχές πριν από το 1974. Εκείνοι που υπάγονταν σε ένα εξαιρετικό καθεστώς παλαιότερα ήταν Έλληνες πολίτες, οι οποίοι έχαναν ως «ανάξιοι» την ιδιότητα του Έλληνα, βάσει του κριτηρίου επικινδυνότητας. Σε τέτοιες ειδικές κατηγορίες εξαίρεσης χτες ήταν οι αριστεροί και οι μη εθνικόφρονες, σήμερα είναι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, αύριο ίσως θα είναι κάποιοι άλλοι. Για τον λόγο αυτό, η παροχή ιθαγένειας είναι συνώνυμη με την ασφάλεια όχι αντίθετη (βλ. Κωστής Παπαϊωάννου, Ιθαγένεια, ο θρίαμβος του αυτονόητου, Τα Νέα, 28.12.2009).

Παραπλανητική συζήτηση
Χωρίς ασφάλεια δεν νοείται οργανωμένη κοινωνία, ούτε και αποτελεσματική άσκηση δικαιωμάτων από τους ανθρώπους, ούτε ελευθερία (βλ. Δημήτρης Χριστόπουλος, Η ασφάλεια των ανθρώπων ως βασικό πολιτικό διακύβευμα, Αυγή, 21.9.2009). Συνεπώς, η ασφάλεια αποτελεί προϋπόθεση της άσκησης των δικαιωμάτων. Σήμερα, η «ασφάλεια των ανθρώπων» διαστρεβλώνεται, απαξιώνεται, αδρανοποιείται και δίνει τη θέση της σε μια «ασφάλεια του κράτους» τιμωρητικού χαρακτήρα. Η παραπλανητική συζήτηση για την ασφάλεια αδιαφορεί για την «ασφάλεια δικαίου» που αφορά όλους τους ανθρώπους και τα δικαιώματά τους. Εν τέλει την υπονομεύει, καθώς αφαιρεί πολύτιμα κεκτημένα σχετικά με το κράτος δικαίου και τον έλεγχο της εξουσίας μέσα από μια επιδερμική και εύπεπτη μηχανική της καταστολής (βλ. Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Οι νέες τροπολογίες στον μεταναστευτικό νόμο:Από τη δημόσια ασφάλεια στη δικαιική επισφάλεια, Καθημερινή, 27.6.09).

Οι νέες πολιτικές που εξαγγέλλονται (ιθαγένεια, άσυλο, πολιτικά δικαιώματα) καλούνται να υλοποιηθούν άμεσα, να κινηθούν αντίθετα στον συρμό, αλλά και να διαμορφώσουν στάσεις και νοοτροπίες που θα κοιτάξουν τις μεταναστευτικές διαδικασίες και τα αποτελέσματά τους με λογικές ενσωμάτωσης και όχι αποκλεισμών. Όσο περισσότερο λοιπόν ανοίγονται τα θέματα αυτά σε δημόσιο διάλογο λαμβάνοντας υπόψη τους τις πραγματικές διαστάσεις των φαινομένων, μακριά από φοβικές και μισαλλόδοξες λογικές, τόσο διευρύνονται και οι προϋποθέσεις για την ουσιαστική αντιμετώπισή τους και την κατανόηση των μεταβολών που όλοι βιώνουμε. Διότι οι μετανάστες αλλάζουν μέσα στον χρόνο και μαζί τους αλλάζουν και αυτοί που τους παρατηρούν (βλ. Ν. Green, Οι δρόμοι της μετανάστευσης).

Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης είναι αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

 

 

άσυλο, μετανάστευση

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2020

Powered by Advalue