• el
  • en

Θέλετε λύση στο προσφυγικό; Νομιμοποιήστε το!

Άρθρο του Προέδρου της ΕΕΔΑ, Κ.Τσιτσελίκη, στην Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν χρειάζεται μεγάλη εισαγωγή για τις δυσκολίες που χαρακτηρίζουν τις ανθρωπιστικές και πολιτικές πτυχές του προσφυγικού ζητήματος. Τόσο για τα θύματα του πολέμου σε Συρία-Ιράκ αλλά και τις τοπικές κοινωνίες στις πύλες εισόδου, την έλλειψη πόρων από χειμαζόμενες οικονομίες και τη δυσανεξία συνεργασίας των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Οι πολιτικές του κατακερματισμού και το χαοτικό ευρωπαϊκό δίκαιο που δεν καταφέρνει ούτε να εμπεδώσει τις υποχρεώσεις που υπαγορεύει η Συνθήκη για την προστασία των προσφύγων του 1951, ούτε να εναρμονίσει αποτελεσματικά τα εθνικά δίκαια των κρατών-μελών της Ε.Ε., έχουν κατεδαφιστεί από την πραγματικότητα.

Την κατεδάφιση αυτή αδυνατεί να καμουφλάρει ο Κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ που απλώς παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη να μην πραγματοποιούν επιστροφές στην πρώτη χώρα εισόδου, βλ. Ελλάδα, εάν αυτή κριθεί ότι δεν είναι ασφαλής (δηλαδή δεν μπορεί να διεκπεραιώσει τις υποχρεώσεις της για την ασφαλή, νομικά και πραγματικά, εξέταση των αιτημάτων ασύλου).

Η συνέχεια είναι γνωστή. Εκατοντάδες χιλιάδες απελπισμένοι άνθρωποι με δικαίωμα στην κατοχύρωση της ιδιότητας του πρόσφυγα επιχειρούν, με κίνδυνο ζωής, να «ξεγελάσουν» το Δουβλίνο και να εμφανιστούν ως αιτούντες άσυλο σε μία από τις χώρες της Κεντρικής, Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης.

Ο παραλογισμός, σε οικονομικό, ανθρώπινο και πολιτικό επίπεδο, τρέφει παράνομα κυκλώματα εκμετάλλευσης (μεταφοράς και εργασίας), πυροδοτεί ρατσισμό και ξενοφοβία που πλέον απέκτησαν δομικά και μόνιμα πολιτικά ερείσματα, δημιουργούν προβλήματα σε τοπικές κοινωνίες που δύσκολα μπορούν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του ζητήματος, συχνά παντελώς αβοήθητες.

Ας μη ξεχνάμε ότι η διάσχιση των συνόρων από τους ανθρώπους αυτούς δεν συνιστά παρανομία. Το κράτος υποδοχής οφείλει να τους παράσχει τα μέσα για να εξεταστεί το αίτημα ασύλου με προϋποθέσεις ασφάλειας. Στην περίπτωσή μας, της μαζικής έλευσης ανθρώπων που έρχονται κυνηγημένοι από έναν καθολικό και πολύπλευρο εμφύλιο πόλεμο, έχουν τέτοιο δικαίωμα και η υποχρέωση της Ε.Ε. είναι να δημιουργηθεί «ασφαλής διάδρομος» μέχρι την εξέταση του αιτήματος σε «ασφαλές έδαφος».

Από την άλλη πλευρά, η συζήτηση για την ανακατανομή των βαρών σε υλικοτεχνική υποδομή και μέσω της μετεγκατάστασης των προσφύγων εξαντλείται στη χρηματοδότηση του κράτους υποδοχής, το οποίο συνήθως δεν μπορούσε να την αξιοποιήσει ούτε για την απαραίτητη υποδομή μέριμνας και καταγραφής αναγκών (βλ. και πάλι Ελλάδα).

Η απόφαση της Γερμανίας για υποδοχή 800.000 προσφύγων και τη δέσμευση 6 δισ. ευρώ από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό θα αποτελούσε μια σημαντική μονομερή (όχι ευρωπαϊκή) διέξοδο από την καφκική κατάσταση, εάν ταυτόχρονα δεν είχαμε τις αποφάσεις για συνοριακούς ελέγχους κατά παρέκκλιση της Σένγκεν, στρατιωτικά μπλόκα στην Αυστρία και την Ουγγαρία και τις επιχειρήσεις για την καταστροφή των μέσων διακίνησης στη Μεσόγειο.

Ο παραλογισμός επιβεβαιώνεται και επιτείνεται: Οι πρόσφυγες που θα παρακάμψουν το κράτος πρώτης υποδοχής, σε παραβίαση του «Δουβλίνου» θα πρέπει να περάσουν τον ατελείωτο γολγοθά υπερπήδησης συνόρων και εμποδίων, για να εισέλθουν σε γερμανικό έδαφος και να τύχουν της μεταχείρισης που τους αρμόζει. Αν βέβαια δεν βυθιστεί πρώτα η βάρκα τους από τον ευρωπαϊκό στρατό, ο οποίος θα κυνηγάει τους διακινητές, χωρίς να προσφέρει ασφαλή διέλευση στους διακινούμενους.

Η παροχή ασφαλούς εισόδου των προσφύγων αυτών σε ευρωπαϊκό έδαφος είναι μια ηθική, πολιτική και νομική υποχρέωση που πρέπει να εγγυηθεί η Ε.Ε. Η Ελλάδα είναι το κράτος που μπορεί να πρωτοστατήσει για τη δημιουργία των προϋποθέσεων υλοποίησης μιας τέτοιας επιχείρησης.

Το κλειδί για κάτι τέτοιο, ένα και μοναδικό: η νομιμοποίηση των ανθρώπων αυτών και της πορείας τους επί του εδάφους μέχρι να βρεθούν σε ασφαλές χώρο και σε υποδομές, ώστε να είναι εφικτή η υπαγωγή τους στο καθεστώς του πρόσφυγα και να τύχουν της μέριμνας που προβλέπεται. Νομιμοποίηση τώρα, λοιπόν, και άρση όλων των απάνθρωπων δυσχερειών που αντιμετωπίζουν επί ευρωπαϊκού εδάφους.

Η επιχείρηση αυτή προϋποθέτει τη συνεννόηση της ελληνικής κυβέρνησης με δύο κράτη τουλάχιστον: α) την Τουρκία για την ασφαλή διέλευση του Αιγαίου και του Εβρου και β) το όποιο ανάδοχο κράτος, για την ασφαλή μετακίνηση. Μετακίνηση από αέρος από τα αεροδρόμια των νησιών (για παράδειγμα) προς τον τελικό προορισμό, και όχι από ξηράς μέσω των Βαλκανίων, αυτό θα ήταν πολλαπλά υπονομευτικό για το όλο εγχείρημα.

Μια μελετημένη οικονομική διαχείριση του κόστους θα μπορούσε να αποφέρει κέρδη από την προσωρινή και οργανωμένη παραμονή προσφύγων στα νησιά, εκτός «κέντρων υποδοχής».

Τα οφέλη, τεράστια για όλους: τους πρόσφυγες, τις τοπικές κοινωνίες, την κυβέρνηση και την ευρωπαϊκή ιδέα της αλληλεγγύης που έχει ξεψυχήσει προ πολλού.

Παράπλευρο όφελος, η πάταξη των δικτύων εκμετάλλευσης. Από την άλλη, ένα τέτοιο σχέδιο θα πρέπει να συνδυαστεί ασφαλώς με την αλλαγή των σχετικών ευρωπαϊκών πολιτικών και βέβαια προσπάθεια τερματισμού του πολέμου σε Συρία- Ιράκ, αλλά αυτά είναι για μια άλλη συζήτηση.

Στο διά ταύτα: Σήμερα απαιτείται μελέτη, ταχύτητα και αποτελεσματική διπλωματία, ιδιότητες τις οποίες δεν είδαμε καθόλου τα προηγούμενα χρόνια/μήνες. Είναι στα χέρια της νέας, όποιας κυβέρνησης αποκτήσουμε σε λίγες ημέρες. Legalise it, λοιπόν, τώρα!

Ο Κ. Τσιτσελίκης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

 

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2019

Essential SSL
Web Design by Advalue