• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Η Απόσταση Μεταξύ Λεκτικού Σεξισμού, Έμφυλης Βίας και Γυναικοκτονίας Είναι Μικρή

Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: ο σεξιστικός λόγος παραμένει διάχυτος στην ελληνική κοινωνία και στο δημόσιο λόγο παρά τις όποιες προσπάθειες εποικοδομητικής πολιτικής ορθότητας των τελευταίων ετών που ακολούθησαν το παγκόσμιο κίνημα «Me Too». Βαθιά ριζωμένος στην πατριαρχία και τα στερεότυπα, ο σεξιστικός λόγος σημαδεύει την ψυχή αλλά συχνά και το σώμα των θυμάτων του, σημάδια που «δεν θα γιάνουν μέχρι να παντρευτούν». Εκδηλώνεται παντού: στο σπίτι, στο σχολείο, στον εργασιακό χώρο, στα κοινωνικά δίκτυα, στο δρόμο. Μπορεί να είναι έκδηλος, «η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι», μπορεί όμως να είναι και έμμεσος, υπαινικτικός και οριακά αντιληπτός: «Πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε ένα τόσο ωραίο κορίτσι στο γραφείο μας;». Όσο περισσότερο «εκτός» στερεότυπου τοποθετείται μια γυναίκα, τόσο πιο άφθονος ο σεξιστικός λόγος: «Δεν συμπεριφέρεται σαν γυναίκα, είναι πολύ αυταρχική και επιθετική». Και ας μην ανοίξουμε καν το ζήτημα του σεξιστικού λόγου που συνδυάζεται με άλλες μορφές διακρίσεων: «τον τύλιξε μια σέξι Βουλγάρα».

Ο σεξιστικός λόγος απέκτησε ακόμα μία διάσταση την τελευταία δεκαετία λόγω της διαρκώς αυξανόμενης δημοφιλίας των κοινωνικών δικτύων και της ευκολίας που αυτά προσφέρουν στην εκφορά λόγου και, συνακόλουθα, της διατύπωσης αφιλτράριστης συνήθως γνώμης επί παντός επιστητού. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι λεγόμενοι «καθαριστές» του Facebook αναφέρουν συγκεκριμένα ότι, στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος των αναφορών που λαμβάνουν από τους χρήστες με σκοπό το κατέβασμα των σχετικών αναρτήσεων σχετίζονται με το σεξισμό και το bodyshaming. Αν δεν είναι αυτό αντικατοπτρισμός της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας στο διαδίκτυο, τότε τι είναι; Και ας αφήσουμε για λίγο τον ιδιωτικό, διαδικτυακό μικρόκοσμο του καθενός στην άκρη: δεν μπορείς να μην απορείς όταν συνειδητοποιείς ότι στο περασμένο τρίμηνο εν μέσω πανδημίας, σημειώθηκαν τουλάχιστον επτά περιστατικά δημόσιου σεξιστικού λόγου στην Ελλάδα, τα οποία προήλθαν τόσο από δημοσιογράφους όσο και από θεσμικούς φορείς (υπόθεση Τοπαλούδη, σχόλια Πρετεντέρη κατά Γεννηματά και κατά Αχτσιόγλου, υπόθεση επίθεσης σε γυναίκα με βιτριόλι, σποτ πολιτικής προστασίας με Χρήστο Λούλη, σχόλιο Καμπουράκη σε μαθήτρια περί οικοκυρικών, άρθρα Θεοδωρόπουλου και Δρυμιώτη στην Καθημερινή).

Η ελληνική πραγματικότητα δυστυχώς δεν σταματά να απογοητεύει. Δεν είναι η πρώτη φορά που αντί να αναδειχθεί ο αρνητικός αντίκτυπος του σεξιστικού λόγου, αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως μια μορφή χιούμορ, ως αστεϊσμού που ανακυκλώνεται διαρκώς με αβάσταχτη ελαφρότητα, καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το σεξισμό ουδέτερο και άρα αποδεκτό. Αυτή η κανονικοποίηση έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο την υποτίμηση και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών, αλλά πολύ συχνά χρησιμοποιείται ακόμα και για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από το εκάστοτε διακύβευμα όπως πολύ συχνά γίνεται εντός Βουλής.

Είναι αδιαπραγμάτευτο ότι ο λόγος αυτός πρέπει να σταματήσει να αναπαράγεται στη δημόσια σφαίρα. Πολιτικά πρόσωπα, δημοσιογράφοι και διαμορφωτές της κοινής γνώμης παντός είδους φέρουν μεγάλο μέρος ευθύνης, καθώς εξ ορισμού έχουν στη διάθεσή τους κάτι που ο απλός πολίτης δεν έχει: δημόσιο βήμα και κατά συνέπεια επιρροή. Ένα βήμα που αν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να συμβάλει αν όχι στην εξάλειψη, τουλάχιστον στη σημαντική μείωση τέτοιων φαινομένων.

Και αν συμφωνήσουμε ότι η χρήση σεξιστικού λόγου από πρόσωπα, μέσα και φορείς σε δημόσιο επίπεδο πρέπει να καταδικάζεται αμέσως, πού βρίσκεται η ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 14 Συντάγματος) και του δικαιώματος στην προστασία του ατόμου από  την εκφορά τέτοιου λόγου εις βάρος του; Φυσικά η απάντηση δεν είναι απλή.

Ο αντίλογος που ακούγεται περί ακραίων αντιδράσεων και φεμινιστικών παροξυσμών είναι πολύ συχνά μια επιλεκτική και επιφανειακή πρόφαση μονόπλευρου δικαιωματισμού. Η απόσταση μεταξύ λεκτικού σεξισμού στην καθημερινότητα και τη δημόσια σφαίρα έως την ωμή έμφυλη βία και τη γυναικοκτονία είναι πολύ πιο μικρή απ’ ό,τι νομίζουμε. Γιατί ο λόγος -προφορικός ή γραπτός-, «κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει». Άλλωστε τόσο η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής βίας (ή  Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) όσο και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW) αναγνωρίζουν την ύπαρξη ενός continuum μεταξύ των στερεοτύπων φύλου, της ανισότητας των φύλων, του σεξισμού και της βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών.

Στην ελληνική έννομη τάξη ο νόμος 4285/2014 επιδιώκει να δώσει μια απάντηση και αναφέρει ότι ο σεξιστικός λόγος μετουσιώνεται σε σεξιστική ρητορική μίσους που τιμωρείται ποινικά όταν κάποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση […] το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου […] κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω. Την ίδια κατεύθυνση ακολουθεί και η πρόσφατη Σύσταση CM/REC(2019)1 του Συμβουλίου της Ευρώπης «Προλαμβάνοντας και Καταπολεμώντας το Σεξισμό», που καλεί τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, να «εφαρμόσουν νομοθετικά μέτρα που να καθορίζουν και να ποινικοποιούν περιστατικά σεξιστικής ρητορικής μίσους, εφαρμόσιμα σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, καθώς και διαδικασίες παρακολούθησης και καταγραφής και κατάλληλες κυρώσεις».

Δεν αρκεί, λοιπόν, να εξασφαλίσουμε, παραδείγματος χάριν, ένα εργασιακό περιβάλλον ελεύθερο από σεξουαλική παρενόχληση και έμφυλες διακρίσεις, όταν οι ίδιοι άνθρωποι, μόλις φύγουν από τη δουλειά τους, θα τύχει να παρακολουθήσουν μια τηλεοπτική εκπομπή ή μια συζήτηση στη Βουλή που κανονικοποιεί το σεξιστικό λόγο. Όλα συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Χρειάζεται παιδεία, ευρύτερη κοινωνική αναδόμηση και συθέμελο γκρέμισμα των πατριαρχικών αντιλήψεων από το σπίτι μέχρι τη Βουλή. Η ευθύνη ξεκινά ως ατομική και γίνεται συλλογική. Μόνον έτσι θα παύσει ο αέναος κύκλος της λεκτικής – τουλάχιστον –βαρβαρότητας.

Το συγκεκριμένο άρθρο υπογράφει η Μαριτίνα Παπαμητρου, επιστημονική συνεργάτης και υπεύθυνη προγραμμάτων και ανάπτυξης της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, για τη στήλη “ΡΙΣΠΕΚΤ” του Vice Greece.

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2020

Powered by Advalue