• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Η ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων στους χώρους λειτουργίας της δικαιοσύνης θίγει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχει εκφράσει στο παρελθόν την ανησυχία της για την απόλαυση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης στην Ελλάδα κι έχει επισημάνει ότι θα πρέπει το κράτος να εγγυάται πλήρως την προστασία της, ανεξάρτητα από τις σχέσεις που ιστορικά και συνταγματικά έχει αναπτύξει με την Χριστιανική Ορθόδοξη πίστη και την Εκκλησία της Ελλάδας. 

Το ελληνικό κράτος είναι ένα κοσμικό κράτος, καθώς θεμέλιο της εξουσίας του είναι η λαϊκή κυριαρχία, όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται στο όνομα του ελληνικού λαού, ενώ κατοχυρώνεται η θρησκευτική ελευθερία και η ισότητα όλων ενώπιον του νόμου ανεξαρτήτως θρησκείας. Στις αποφάσεις άλλωστε του Συμβουλίου της Επικρατείας τονίζεται ότι η αρχή της θρησκευτικής κρατικής ουδετερότητας κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 παρ.1 του ελληνικού Συντάγματος. 

Συνταγματικές διατάξεις όπως αυτή του άρθρου 3 του ελληνικού Συντάγματος αποτελούν τον κανόνα σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη και «συμβιώνουν» αρμονικά με τις συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας, καθώς αυτό που κρίνει τελικά τον κοσμικό ή όχι χαρακτήρα ενός κράτους είναι αν και κατά πόσο διασφαλίζει την απόλαυση της ελευθερίας αυτής από όλους, με ίσους όρους. Σε αυτή την κατεύθυνση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι η ύπαρξη μιας κρατικής ή επίσημης εκκλησίας δεν είναι ασύμβατη με την αρχή του κοσμικού κράτους και ότι η επίσημη θρησκεία ως μια κοινωνική διαπίστωση δεν θέτει σε κίνδυνο την κρατική ουδετερότητα και αμεροληψία, ούτε το θρησκευτικό πλουραλισμό . Αντίθετα, η ιστορική σχέση ενός κράτους με μια συγκεκριμένη εκκλησία είναι εύλογο και θεμιτό να επηρεάζει με ποικίλους τρόπους τη δημόσια ζωή, στο πλαίσιο του περιθωρίου εκτίμησης που αναγνωρίζεται στα κράτη . 

Αν και η μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών δεν ρυθμίζουν ειδικά την παρουσία θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσιους χώρους, το ζήτημα της ανάρτησης του Σταυρού ή του «Εσταυρωμένου» έχει απασχολήσει τα ευρωπαϊκά δικαστήρια ειδικά αναφορικά με τις αίθουσες των σχολείων. Στην πρόσφατη απόφασή του ΕΔΔΑ Lautsi κατά Ιταλίας, στην ευρεία σύνθεση κρίθηκε ότι τα κράτη απολαμβάνουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης αναφορικά με τη θέση της θρησκείας κατά τη διαρρύθμιση του σχολικού περιβάλλοντος, κάτι που προκύπτει από την έλλειψη ευρωπαϊκής συναίνεσης στο πεδίο της παρουσίας θρησκευτικών συμβόλων στα δημόσια σχολεία. 

Ωστόσο, το ΕΔΔΑ έχει στο παρελθόν κρίνει ότι το εύρος του περιθωρίου εκτίμησης δεν είναι πάντα ίδιο, αλλά εξαρτάται από το πλαίσιο της εκάστοτε υπόθεσης. Ανάμεσα άλλωστε στα στοιχεία που λαμβάνονται πάντα υπόψη είναι η φύση του δικαιώματος που διακυβεύεται, η σημασία του για το άτομο και η φύση των δραστηριοτήτων στη συγκεκριμένη περίπτωση, η σοβαρότητα της προσβολής και η ευρωπαϊκή συναίνεση στο ζήτημα αυτό. Αυτό καθιστά πιθανό να μην είναι ίδια η κρίση του αναφορικά με την ανάρτηση ενός θρησκευτικού συμβόλου σε χώρους, όπως τα δικαστήρια, όπου ασκείται όχι μια λειτουργία της διοίκησης, όπως είναι η εκπαίδευση, αλλά μία από τις τρεις βασικές λειτουργίες του κράτους, η δικαστική, που ως ανεξάρτητη εκ της φύσεώς της, θα πρέπει να εγγυάται κατεξοχήν την ισότιμη εφαρμογή του νόμου σε όλους, ανεξαρτήτως θρησκείας και θα πρέπει να φέρει όλα τα δυνατά εχέγγυα αμεροληψίας.

Εξάλλου, δεν θα μπορούσε στο πεδίο αυτό να γίνει ξεκάθαρα από το ΕΔΔΑ επίκληση ενός ευρύ περιθωρίου εκτίμησης, ειδικά από τη στιγμή που στο ζήτημα της ανάρτησης θρησκευτικών συμβόλων στις δικαστικές αίθουσες, η έως σήμερα νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων είναι αρνητική. Συγκεκριμένα, ήδη από το 1973, όταν ένας Εβραίος δικηγόρος ζήτησε να αφαιρεθούν οι σταυροί από τις αίθουσες των δικαστηρίων διότι δεν θα έπρεπε να είναι υποχρεωμένος να δικάζει υποθέσεις «υπό τον σταυρό», το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάρτηση του σταυρού στην αίθουσα του δικαστηρίου υπονοεί την ταύτιση του κράτους με μια θρησκεία και παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία . Όμοια άλλωστε ήταν και η κρίση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Ελβετίας το 1995, που απαγόρευσε την ανάρτηση του συμβόλου του «Εσταυρωμένου» στις αίθουσες των δικαστηρίων διότι παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία . 

Παράλληλα, και το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε αναφορικά με την έκθεση των Δέκα Εντολών στο κτίριο ενός δικαστηρίου , ότι σκοπός της συγκεκριμένης έκθεσης ήταν να υμνήσει το θρησκευτικό μήνυμα των Εντολών, επομένως να συνδέσει το κράτος με μια συγκεκριμένη θρησκεία, και άρα παραβίασε την κρατική θρησκευτική ουδετερότητα. 

Σε κάθε περίπτωση, η ανάρτηση ενός θρησκευτικού συμβόλου στο χώρο όπου ασκείται η δικαστική λειτουργία σημαίνει ότι η ίδια η πολιτεία, με τη δύναμη που της δίνει η λαϊκή νομιμοποίηση επιβάλλει αυτό το σύμβολο στο χώρο ως έκφραση απρόσωπη και ενδεδυμένη με τη μέγιστη δυνατή κοσμική αυθεντία. Η τυχόν δε σύνδεση του με την πολιτισμική ταυτότητα και παράδοση μιας χώρας, δεν απαλλάσσει το κράτος, όπως τονίζει το ΕΔΔΑ και στις δύο αποφάσεις στην υπόθεση Lautsi, από την υποχρέωσή του να σέβεται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση και τα πρωτόκολλά της . Άλλωστε, το ΕΔΔΑ σε υπόθεση που αφορούσε το θρησκευτικό όρκο για την άσκηση μιας από τις βασικές λειτουργίες του κράτους, τη νομοθετική, δεν αναγνώρισε περιθώριο διακριτικής εκτίμησης στο κράτος, αντίθετα έκρινε ότι ο κοινωνικά και ιστορικά παραδοσιακός χαρακτήρας ενός κειμένου για βουλευτικό όρκο, δεν στερεί από τον όρκο αυτό τη θρησκευτική του φύση και καταδίκασε το κράτος για παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας . 

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκτιμά ότι η ανάρτηση των θρησκευτικών συμβόλων στις δικαστικές αίθουσες θίγει την αρνητική θρησκευτική ελευθερία των πολιτών διότι όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στην απόφαση του Τμήματος στην υπόθεση Lautsi «Η αρνητική θρησκευτική ελευθερία δεν περιορίζεται μόνο στην απουσία θρησκευτικών λειτουργιών ή θρησκευτικής εκπαίδευσης. Εκτείνεται στις πρακτικές και στα σύμβολα που εκφράζουν ειδικότερα ή γενικότερα μία πίστη, μια θρησκεία ή την αθεΐα. Αυτό το αρνητικό δικαίωμα αξίζει μια ειδική προστασία αν είναι το κράτος αυτό που εκφράζει μια πίστη, και αν το πρόσωπο βρίσκεται σε μια κατάσταση από την οποία δεν μπορεί να αποδεσμευτεί παρά μόνο κάνοντας δυσανάλογη προσπάθεια και θυσία»(παρ. 55) .

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη.

 

φωτογραφία: Chris Potter

 

σχέσεις κράτους-εκκλησίας

Μέλος

Newsletter