• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Είναι η Αθήνα πολυπολιτισμική;

Περισσότερο από 15 χρόνια πριν, στην ελληνική εισαγωγή του βιβλίου του γνωστού Καναδού θεωρητικού Τσαρλς Ταίηλορ για την Πολυπολιτισμικότητα (εκδόσεις Πόλις, 2000), ο καθηγητής Κ. Παπαγεωργίου είχε διαγνώσει αντιρρήσεις σαν και την παραπάνω. Το ότι η Ελλάδα δεν έχει υπάρξει αποικιοκρατική δύναμη δεν σημαίνει, όπως τόνιζε ο Παπαγεωργίου, ότι δεν την αφορά η σχετική συζήτηση και ότι εκλείπει η υποχρέωση να ασχοληθεί με τις διαφορετικές εθνοπολιτισμικές ομάδες που ζουν στις πόλεις μας.

Διαβάσαμε προσφάτως ότι «η Αθήνα δεν είναι πολυπολιτισμική», καθώς δεν είναι π.χ. σαν το Παρίσι. Εκεί συνέρρευσαν πληθυσμοί της πρώην αυτοκρατορίας, αρκετοί από τους οποίους μιλούσαν ήδη γαλλικά, διεκδικώντας την ένταξή τους ως Γάλλοι πολίτες. Συμπέρανε λοιπόν ο γνωστός επιφυλλιδογράφος της Καθημερινής (26.12.16) ότι “άλλο πολυπολιτισμική πόλη, όπως το Παρίσι ή το Λονδίνο, και άλλο πόλη όπως η Αθήνα, όπου έχουν συρρεύσει πολλοί μετανάστες οι οποίοι ούτε να αποδεχθούν τους κανόνες της θέλουν, ούτε να ενταχθούν στη ζωή της μπορούν”.

Περισσότερο από 15 χρόνια πριν, στην ελληνική εισαγωγή του βιβλίου του γνωστού Καναδού θεωρητικού Τσαρλς Ταίηλορ για την Πολυπολιτισμικότητα (εκδόσεις Πόλις, 2000), ο καθηγητής Κ. Παπαγεωργίου είχε διαγνώσει αντιρρήσεις σαν και την παραπάνω. Το ότι η Ελλάδα δεν έχει υπάρξει αποικιοκρατική δύναμη δεν σημαίνει, όπως τόνιζε ο Παπαγεωργίου, ότι δεν την αφορά η σχετική συζήτηση και ότι εκλείπει η υποχρέωση να ασχοληθεί με τις διαφορετικές εθνοπολιτισμικές ομάδες που ζουν στις πόλεις μας.

Η πολυπολιτισμικότητα λοιπόν, όπως αυτή έχει αναπτυχθεί τόσο στη βιβλιογραφία όσο και στην πολιτική πραγματικότητα των τελευταίων τριών δεκαετιών, δεν έχει απαραίτητα σχέση με το αν είναι ή όχι αποικιοκρατικό το παρελθόν μίας χώρας. Και δεν έχει σίγουρα σχέση με την επιθυμία ένταξης, η οποία άλλωστε μεταβάλλεται όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και ευκαιρίες. Στοιχειώδης εμπλοκή με τα ζητήματα είναι αρκετή για να γνωρίζει κανείς ότι η ευθύνη βαραίνει εξίσου το κράτος και τους θεσμούς του.

Το ερώτημα όμως παραμένει: Είναι η Αθήνα πολυπολιτισμική; Στην καθημερινή της χρήση, η “πολυπολιτισμικότητα” αναφέρεται συνήθως σε ένα πολιτισμικό και κοινωνικό δεδομένο. Άνθρωποι με διαφορετικές καταγωγές, θρησκευτικά πιστεύω και πολιτισμικές πρακτικές συνυπάρχουν σε μία πόλη. Με την περιγραφική αυτή εκδοχή, φυσικά και η Αθήνα είναι μια πολυπολιτισμική πόλη. Πατήσια, Κυψέλη, Μεταξουργείο, Κεραμεικός και Γκάζι συνθέτουν πλέον ένα μωσαϊκό ανθρώπων, πολιτισμών, γλωσσών και θρησκειών, το οποίο όμως παραμένει εν πολλοίς στην αφάνεια.

Ως κοινωνικό δεδομένο, η πολυπολιτισμικότητα θέτει ερωτήματα πολιτικού χειρισμού -και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: Πρέπει η Πολιτεία (ή η εκάστοτε δημοτική αρχή) να λαμβάνει υπόψη τις εθνοπολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές των μελών της και να προστατεύει τις μειοψηφικές πολιτισμικές ομάδες ή οφείλει να είναι αδιάφορη απέναντι σε αυτές; Είναι δίκαιη η ίση αντιμετώπιση ή αποκλείει τους διαφορετικούς και αναπαράγει την παγιωμένη κυριαρχία μίας μονάχα πολιτισμικής οπτικής; Τα παραπάνω είναι τα βασικά κριτήρια που καθιστούν -ή όχι- μια πόλη πολυπολιτισμική με πολιτικούς όρους.

Πρέπει λοιπόν να αναπτύξουν η Πολιτεία και ο δήμος πολιτικές αναγνώρισης και προστασίας της διαφοράς; Εδώ αρκεί ως απάντηση τούτο: Η διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος μονοπωλεί για σχεδόν δύο χρόνια τις δημόσιες συζητήσεις και την πολιτική πρακτική. Πριν, ήταν οι προϋποθέσεις νομιμοποίησης των μεταναστών και απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας. Η συζήτηση για τους τρόπους, τους στόχους και τις μορφές της ένταξης δεν έχει γίνει σε βάθος. Σχεδόν όλα τα ζητήματα συμμετοχής των μεταναστών στον δημόσιο χώρο παραμένουν ανοιχτά.

Πράγματι, οι πολιτικές για την πολυπολιτισμικότητα υποχωρούν στην Ευρώπη καθώς κατηγορούνται ότι συνέβαλαν στην άνοδο του ισλαμικού εξτρεμισμού. Όμως στην Ελλάδα -ειδικά στην Αθήνα- ζουν εδώ και χρόνια εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαφορετικής προέλευσης, θρησκείας, πολιτισμικών πρακτικών και αναγκών. Πώς πρέπει να τους αντιμετωπίζει η πολιτεία; Αν όχι υιοθετώντας τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν στη Γαλλία και αλλού, μερική αποδοχή των αιτημάτων αναγνώρισης και προστασίας της ετερότητας είναι αναπόφευκτη.

Το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες πολιτικές στην Ευρώπη απέτυχαν δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιστρέψουμε στον “μυώδη φιλελευθερισμό” και να προκρίνουμε τον εκβιασμό “ή δέχεσαι τους κανόνες μας ή φεύγεις”. Μπορούμε να στραφούμε σε δημοκρατικές μορφές ισότιμης συμμετοχής και ένταξης και σίγουρα να αναπτύξουμε περισσότερες πολιτικές στην κατεύθυνση που προκρίνουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναγνωρίζοντας την ένταξη ως μια “δυναμική, αμφίδρομη διαδικασία αμοιβαίας προσαρμογής”.

 

*Ο Χρήστος Ηλιάδης είναι Δρ Πολιτικής Επιστήμης και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

 

Πηγή: Η Αυγή

 

φωτογραφία: DFID  

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2020

Powered by Advalue