• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Βιώσιμες λύσεις για τους μετανάστες – πρόσφυγες. Είναι εφικτές;

Το μεταναστευτικό – προσφυγικό αναδείχθηκε στην επικαιρότητα όταν αυξήθηκαν οι μετακινήσεις, και βέβαια μαζί τους τα ποσοστά των θυμάτων στα γαλάζια νερά του Αιγαίου και της Μεσογείου. Από το 1989 και το 2001, χρονιές σταθμοί για τις γεωπολιτικές μεταβολές που ώθησαν βίαια στην προσφυγιά και τη μετανάστευση εκατομμύρια ανθρώπους από την ανατολική Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, το φαινόμενο ως προς την υποδοχή του από τα ευρωπαϊκά κράτη μοιάζει να μην έχει αλλάξει.

Η μεγάλη συζήτηση, που συνεχίζεται αμείωτη, είναι δυσανάλογη με πρακτικές, δίκαιο και πολιτικές που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του φαινομένου. Αυτό που επείγει πλέον είναι να βρεθούν βιώσιμες και εφικτές λύσεις οι οποίες θα εδράζονται σε αρχές, κανόνες και αξίες που αποτελούν τα υλικά του θεσμικού οικοδομήματος της Ευρώπης.

Οι αυστηρές διαχωριστικές γραμμές που ορθώθηκαν ως σκληρό σύνορο μεταξύ του μέσα – έξω, εμείς – αυτοί ασφαλώς απέτυχαν. Τροφοδότησαν λογικές αποτροπής που δεν διστάζουν να αποδέχονται τον θάνατο ως παράπλευρη απώλεια. Ενδυνάμωσαν λογικές φόβου. Κυρίως αδιαφόρησαν για την επίλυση της αιτίας του ξεριζωμού τους, δηλαδή τις ένοπλες συρράξεις, τις βίαιες πολιτικές ανατροπές ή τους λιμούς και καταποντισμούς στις περιοχές που προαναφέρθηκαν. Η λύση στην πηγή δεν είναι εύκολη ούτε μπορεί να επιτευχθεί άμεσα. Θα έπρεπε όμως να γίνει κύριο μέλημα και να προταχθεί στη δημόσια συζήτηση και την ευρωπαϊκή πολιτική.

Το δεύτερο, πιο κοντινό μας, επίπεδο αφορά το θερμό σημείο πρώτης επαφής, στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. Η δημιουργία της Frontex λειτουργεί ως ένα εργαλείο ανάσχεσης που δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Εκτός από το κριτήριο της αποτελεσματικότητας, το κριτήριο της νομιμότητας δείχνει τις αντιφάσεις πολιτικών και δικαίου που γιγαντώνουν τον στρεβλό τρόπο με τον οποίο η πραγματολογία των φαινομένων γίνεται αντιληπτή από την κοινή γνώμη, τον νομοθέτη, τον δικαστή και τους πολιτικούς:

* Σύμφωνα με το σχετικό δίκαιο, οι δυνάμει πρόσφυγες μπορούν να διαπεράσουν παράτυπα τα σύνορα και να ζητήσουν άσυλο. Για όσους αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα (ή επικουρικής προστασίας), απονέμεται ένα ειδικό καθεστώς.

* Για όσους δεν αναγνωριστεί τέτοιο καθεστώς, το κράτος μπορεί να διατάξει την απομάκρυνση / απέλαση. Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο όταν η χώρα καταγωγής αποτελεί εμπόλεμη ζώνη. Πολύ συχνά και για άλλους, πρακτικούς λόγους, η απέλαση είναι ανέφικτη. Στην περίπτωση αυτή, η στέρηση ελευθερίας είναι χωρίς νόμιμη βάση.

* Οι άνθρωποι αυτοί περιφέρονται νομικά αόρατοι, επιδιώκοντας να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Εάν τυχόν συλληφθούν και όταν απελευθερωθούν, εφοδιάζονται με έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο οφείλουν να εγκαταλείψουν τη χώρα εντός ολίγων ημερών. Πώς θα γίνει αυτό αφού το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί ταξιδιωτικό τίτλο;

* Εγκλωβισμένοι και χωρίς διέξοδο, ζουν με συνεχή φόβο. Η ιδιότητα του μετανάστη, αδύναμου να γίνει ορατός ως υποκείμενο δικαιωμάτων, μετατρέπεται σε πεδίο οικονομικής εκμετάλλευσης αλλά και, ακούσια, σε παράγοντα απειλής.

* Ήδη, εδώ και αρκετά χρόνια, δεν γίνονται επιστροφές αιτούντων άσυλο από άλλες χώρες της Ε.Ε. ή τη Νορβηγία προς την Ελλάδα, η οποία θεωρείται «μη ασφαλής χώρα». Κάποιος, δηλαδή, που κατάφερε να παρανομήσει και να επιβιώσει διαπερνώντας όλα τα ευρωπαϊκά σύνορα επιβραβεύεται, ενώ εκείνος που θα παραμείνει στην Ελλάδα θα υποστεί όλα τα δεινά που του επιφυλάσσει η ανυπαρξία υποστηρικτικών δομών.

Ο κατάλογος των παρατηρήσεων είναι μακρύς. Αυτό που επείγει όμως είναι η μεταβολή στο πολιτικό παράδειγμα και στη λήψη βιώσιμων λύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. H ανακοίνωση του Συμβουλίου της Ε.Ε. της 23ης Απριλίου 2015 κάνει ένα βήμα μπροστά, αλλά εμμένει να τσουβαλιάζει στην «παράνομη μετανάστευση» τους de facto πρόσφυγες. Η ασφαλής είσοδος των προσφύγων – προερχόμενων από εμπόλεμες ζώνες είναι μέτρο απαραίτητο το οποίο θα πρέπει να συνοδεύεται από υποδομές σε ολόκληρη την αλυσίδα ενεργειών: την ταυτοποίηση των ανθρώπων, την απονομή νομικών καθεστώτων, την παροχή προνοιακών υπηρεσιών, τη διευκόλυνση εγκατάστασης ή μετεγκατάστασης, εν τέλει τον εξανθρωπισμό του δικαίου και των μέσων εφαρμογής του.

Η ιδεολογική φυσικοποίηση της στρεβλής εφαρμογής του κράτους δικαίου και ο ηγεμονισμός του φόβου θα πρέπει να αντιστραφούν και να εδραιωθεί η έννοια της «ασφάλειας για όλους» μέσα από τον επιμερισμό των βαρών εντός της Ε.Ε. και της συλλογικής δράσης. Αυτό προϋποθέτει αλλαγή πολιτικής, όμως οι ξενοφοβικές κυβερνήσεις σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη δεν θα την ευνοήσουν. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η πραγματικότητα θα πρέπει να μας κάνει να επιδιώξουμε σθεναρά νέους τρόπους, χρησιμοποιώντας τα θεσμικά εργαλεία που διαθέτουμε. Για να οικοδομήσουμε νέες αντιλήψεις και μηχανισμούς ενός ανοιχτού συμπεριληπτικού προτάγματος, σε μια Ευρώπη που θα σέβεται τις αρχές της και θα εργάζεται για την επικράτηση της ειρήνης διεθνώς και τη βιώσιμη ανάπτυξη για όλους, εντός και εκτός των συνόρων της.

* Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης διδάσκει στο Παν/μιο Μακεδονίας και είναι πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

 

Μέλος

Newsletter