• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Βιβλιοπαρουσίαση: Ο Θεός δεν έχει ανάγκη εισαγγελέα

Της Λίας Γυιόκα*

Τίτλος τιμής του βλάσφημου ή άλλοθι του ενόχου; 
To βιβλίο Ο Θεός δεν έχει ανάγκη εισαγγελέα. Εκκλησία, βλασφημία και Χρυσή Αυγή (επιμέλεια Δημήτρης Χριστόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, 2013), πιο επίκαιρο απ’ όσο -καθ’ ομολογίαν των συγγραφέων του- θα ήθελε να είναι, αποτελεί αφορμή να ξαναδούμε τη λειτουργία της λογοκρισίας στο πλαίσιο της σημερινής δομής του αποκαλούμενου δημόσιου λόγου. 

“Ο θεός δεν υπάρχει χωρίς τον εισαγγελέα”, θα αντέτασσε ποιητική αδεία ο ιστορικός στον νομικό. Αυτό ισχύει για τη θρησκεία, αλλά και για την τέχνη των θρησκευτικών θεμάτων και για τη θρησκεία της υψηλής τέχνης. Για την αντιακαδημαϊκή μοντέρνα τέχνη στη Δύση από τον ρομαντισμό και μετά, που είναι σχεδόν υποχρεωτικά πρωτότυπη και ριζοσπαστική, συνεχώς ανανεούμενη ως το υψηλοτέρων απαιτήσεων εμπόρευμα, η λογοκρισία αποτελεί τίτλο τιμής. Ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ανταγωνισμός της τέχνης με μορφές μαζικής κουλτούρας, είτε ευνοημένης από την αγορά είτε επιβαλλόμενης από το Κόμμα, την έφερε μπρος στην πληθωριστική διεύρυνση του αντικειμένου της, αλλά και σε μια προσπάθεια όξυνσης της προκλητικότητάς της. H κατηγορία της υψηλής τέχνης, θα ‘λεγε κανείς, από τη στιγμή που την επικαλείται κανείς πειστικά, παρέχει την προστασία μιας αυτόματης ανοχής στην παραβατικότητα. (Οι σημαντικές εξαιρέσεις, από τον πρώιμο Hans Haacke ως τις εκθέσεις-θύματα των μέτρων μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2011 στις ΗΠΑ ή τις διώξεις της ρωσικής ομάδας Βόινα σήμερα, υπερβαίνουν πολιτικά την ίδια την υπόσταση των καλλιτεχνικών θεσμών.) 

Αντίστοιχος μηχανισμός ανοχής περιφρουρεί την τεχνική της (βλάσφημης) σάτιρας σε κάθε είδος του λεγόμενου δημόσιου λόγου. Η σάτιρα, από τον Γιουβενάλη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έως τον Έρασμο της μοναρχικής Eυρώπης, αποτελεί, υποτίθεται, δικαίωμα του πολίτη πριν ακόμη και από την κατάκτηση της δημοκρατίας, αφού “το χειρότερο πράγμα που μπορεί να κάνει το σατιρικό χιούμορ στον σατιριζόμενο είναι, με γενικό και αφηρημένο τρόπο, να προβληματίσει σχετικά με τον κοινωνικό του ρόλο”1 – κι αυτό ο εισαγγελέας το γνωρίζει καλά. Ο “Παστίτσιος” ή το Corpus Christi, μπρος στις δραστηριότητες κριτικής και αντίστασης στη σημερινή Ελλάδα εδώ και τουλάχιστον μία δεκαπενταετία, θα μπορούσαν να κατηγορηθούν μόνον για εξαιρετική ηπιότητα. 

Αυθαίρετη κατηγορία ή στρατηγικό εργαλείο; 

Ολοκληρωτικά έχουν ονομαστεί καθεστώτα όπου η λογοκρισία αποτελεί προέκταση της πολιτικής καταστολής: Αυτή ήταν επί Ψυχρού Πολέμου η επωδός κάθε ύμνου για την ελευθερία της έκφρασης στον δυτικό κόσμο. Σήμερα, ο κινέζος καλλιτέχνης Άι Βέι Βέι, αφού πέρασε από τα κελιά της απομόνωσης των φυλακών στη χώρα του και εγκαταστάθηκε εδώ και 12 χρόνια στις ΗΠΑ, καταγγέλλει ανοιχτά τον Ιούνιο του 2013 την παρακολούθηση των προσωπικών δεδομένων από την επιχείρηση Prism σε βρετανική εφημερίδα, αλλά αναγκάζεται πρώτα να κάνει μια δήλωση νομιμοφροσύνης στις ΗΠΑ (να ακυρώσει δηλαδή αυτολογοκριτικά το επιχείρημά του…), αναφέροντας ότι, μπορεί να παραπονιόμαστε, αλλά η Κίνα βέβαια υστερεί έναντι των ΗΠΑ σε “πάθος, φαντασία, και δημιουργικότητα”.

Αν όμως ο Όργουελ στο 1984 προειδοποιεί ότι ολοκληρωτική είναι μια κοινωνία όπου καίγονται βιβλία, ο Χάξλεϋ στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο μιλά για μια κοινωνία όπου η δομή της επικοινωνίας είναι τόσο ολοκληρωτική που καθιστά τη λογοκρισία περιττή. Ας κατανοήσουμε τη σημερινή ιστορική στιγμή μέσα από την ένταση των δύο αυτών στιγμών: Η λογοκρισία μπορεί κάλλιστα να είναι ένα εκλεπτυσμένο άλλοθι, ένας αντιπερισπασμός, που υπηρετεί όχι τη φίμωση κάποιας συγκεκριμένης φωνής ή την απαγόρευση κάποιας προσβλητικής διατύπωσης, αλλά τη δημιουργία ψευδών ιδεολογικών πολώσεων εις βάρος μιας ανοιχτής κοινωνικής διαπραγμάτευσης. 

Το βιβλίο στοιχειοθετεί πλήρως την ιδιαιτερότητα και τις αντιφάσεις των περί βλασφημίας αναφορών στην ελληνική νομολογία και τις χρήσεις της. Τα έργα που τελικά λογοκρίνονται ως βλάσφημα δεν είναι κάποια “κορυφή του παγόβουνου”, δεν είναι τα “πιο καυστικά” ή τα “πιο προσβλητικά” σε κάποια αξιολογική κλίμακα θιγόμενου αισθήματος. Η επιλογή τους μπορεί να είναι και τυχαία, ή πάντως περιστασιακή: Διστάζει να απλώσει την απόχη στους ισχυρούς του θεάματος, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι δεν είναι το ίδιο το περιεχόμενο που ερεθίζει τους ηθικολόγους διώκτες. 

Εκεί βρίσκεται και το κλειδί της ερμηνείας των τελικών αθωωτικών αποφάσεων ή έστω της επιείκειας του δικαστηρίου στις περισσότερες υποθέσεις: Ο στόχος της δίωξης επετεύχθη ήδη πριν την ακροαματική διαδικασία. Κι αυτό ισχύει τόσο για την έκθεση Outlook το 2003, όσο και για το Corpus Christi το 2012. 

Υπάρχει κάτι “ανάμεσα στα δύο άκρα”; 

Παρά την επικέντρωση στη νομική διάσταση της βλασφημίας, το βιβλίο δεν αγνοεί τον προβληματισμό σχετικά με το αν οι περιπτώσεις της δίωξης του Παστίτσιου και του Corpus Christi είναι ενδεικτικές, και με ποιον τρόπο, κάποιου ευρύτερου μετασχηματισμού: Στο καταληκτικό κείμενο των κκ. Δημούλη και Χριστόπουλου γίνεται απερίφραστα λόγος για την “υποκρισία της λογοκρισίας”. Στα περισσότερα κείμενα υπονοείται διάχυτα, τεκμηριώνεται μάλιστα ιστορικά από τον κ. Τσαπόγα, ότι η υποκρισία αυτή είναι, όπως και κάθε πολιτική-κανονιστική χειραγώγηση του λόγου περί προσβολής και βλασφημίας, εγγενής στη λογοκριτική πράξη. Γιατί όμως έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η υποκρισία σήμερα; 

Στην εισαγωγή του βιβλίου, ο επιμελητής αναφέρει ότι το 1988 οι θεατές του Τελευταίου Πειρασμού στον κινηματογράφο Ααβόρα, “απέναντι στις θεούσες της Ζωής και του Σωτήρα είχαν και διάθεση χιούμορ. Στο Corpus Christi κανείς δεν γελούσε.” Πράγματι. Η υποκρισία της λογοκρισίας, όταν σοβαρεύουν τα πράγματα, έχει μια λειτουργία ενδεικτική μιας πολύ πιο επικίνδυνης επίθεσης. 

Στα ΜΜΕ της Ελλάδας από τις προηγούμενες δεκαετίες, ποικίλα παρατράγουδα, ελ και νεφελίμ, big brother, reality, “επιστημονικές” και οικονομικές επιφυλλίδες, είχαν ήδη εκπαιδεύσει στον φασιστικό κυνισμό τις νέες γενιές καταναλωτών. Η θεσμική σάτιρα είτε έπασχε από ηττοπάθεια, είτε δοξολογούσε ευθέως την τάξη πραγμάτων. Ο Παστίτσιος ήρθε σε μια εποχή που η μέχρι πρότινος απονευρωμένη “εκ των έσω” σάτιρα αποκτούσε και πάλι κάποιο ενδιαφέρον και η επιφανειακά βέβηλη σημειολογία του Corpus Christi μπορούσε να ενεργοποιήσει τάχα “προδωμένα από τους πολιτικούς” αντανακλαστικά. 

Τι είχε συμβεί; Ξαφνικά γύρω στα τέλη του 2011, άρχισε να παγώνει ο καγχασμός του τηλεθεατή εις βάρος των πτωχών τω πνεύματι. Η παθητική κοροϊδία των αδυνάτων αναβαθμίστηκε σε τρόμο κι αίσθημα καταδίωξης. Η κάθε σάτιρα προσέβαλε δυνητικά τον ίδιο. Η απότομη υποτίμηση της εργασίας και της ζωής στην Ελλάδα βιώθηκε με όρους “προσβολής” και “προδοσίας”, εσωτερίκευσης της “οφειλής” και μετατροπής της αίσθησης του εξευτελισμού σε μίσος για κάθε ευάλωτο διπλανό μας. 

Η αναδιάταξη λοιπόν στον επίσημο λόγο που λαμβάνει χώρα σήμερα κεφαλαιοποιεί την ψυχοκοινωνική αυτή παθολογία. Ακολουθεί την πολιτική επιβολή της υποτίμησης αυτής, όχι όμως ως αντανάκλαση ή φυσικό επακόλουθο της έντασης του αυταρχισμού, αλλά περισσότερο ως ιδεολογικό της άλλοθι και ως αντιπερισπασμός. Η λογοκρισία δηλαδή δεν αποτελεί “προέκταση της καταστολής στο επίπεδο της ελευθερίας του λόγου” (τι σημαίνει άλλωστε “ελευθερία του λόγου;”), αλλά παροχετεύει και διαχειρίζεται πολιτικά μία διάχυτη απελπισία. 

Από τα συλλαλητήρια της δεκαετίας του ’90 για τις ταυτότητες έως στις επιθέσεις εναντίον μεταναστών μετά από νίκη της Αλβανίας σε ποδοσφαιρικό αγώνα, συντηρείται η μαγιά μιας κοινωνίας που αντλεί δύναμη μόνον από το φόβο της. Η ζηλωτική της επιστράτευση δεν υπήρξε ποτέ αυθόρμητη, ούτε αποτελεί τμήμα μιας συνειδητής πολιτικής δράσης.3 Αντίθετα, ενεργοποιείται συντεταγμένα και άνωθεν κάθε φορά που οι κοινωνικές αντιστάσεις γίνονται απειλητικές, όπως έγινε χαρακτηριστικά τρεις μήνες πριν τις προηγούμενες εκλογές. 

Ένα εντόπιο φιλελεύθερο μπλοκ (που περιλαμβάνει εκδοτικούς ομίλους, κανάλια, αλλά και βιβλιόφιλα έντυπα, εκπαιδευτικές δράσεις μεγάλων ιδιωτικών ιδρυμάτων, λόγιους θιασώτες του “νοικοκυρέματος” στα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία) αναγνώρισε και εξήρε ως “εξωτικό, αντισυστημικό, επικίνδυνο” πριν δεκαπέντε χρόνια και ύστερα κατατρόπωσε το ΛΑΟΣ, επέβαλε στις νέες γενιές (τις αμόλυντες από την ιστορική ακροδεξιά) τη νέα δήθεν “αντισυστημική” κουλτούρα της συνομωσιολογίας και πρόσφατα έκανε, με τη διασπορά της ίδιας δήθεν “αντισυστημικής απειλής”, αστέρες της βουλής τα υποχείρια των μάνατζερς της κρίσης. Ταυτόχρονα αντιμετωπίζει με αποτροπιασμό τις εκδηλώσεις της οργής, της κριτικής ορμής των αιτημάτων για κοινωνική δικαιοσύνη και της δημιουργικότητας ενός από τα συγκριτικά μεγαλύτερα κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη. 

Αυτό το αυτόχρημα κεντρώο μπλοκ κρατά αποστάσεις τόσο από τον Παστίτσιο όσο και από τον Παΐσιο, δηλαδή από τη “γραφική οπισθοδρομικότητα” ενός “προφήτη” και από την ανεπίτρεπτη έπαρση ενός άθεου, (ανεπίτρεπτη επειδή κινήθηκε εκτός χρηματιστηρίου αξιών). Θεωρεί το “εκπαιδευτικό” έκθεμα πλαστινοποιημένων πτωμάτων Bodies το ίδιο ελαφρά ενοχλητικό με ένα κριτικό θεατρικό έργο όπως το Corpus Christi. Χειροκροτά τους μετανάστες όταν αριστεύουν, τους διώκει όταν αρρωσταίνουν. Με τους ίδιους πηχιαίους τίτλους καταγγέλλει τις δολοφονικές “ακρότητες” των φασιστών και χαιρετά τη (μάταιη μέχρι στιγμής!) προσπάθεια εταιρείας και κράτους να συντριβεί ο αγώνας των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στα μεταλλεία χρυσού. Διδάσκεται από την Extremismustheorie και επινοεί καθημερινά εγχώριες εκδοχές της ιδεολογίας των άκρων, ώστε να έχει στα χέρια του ένα πολιτικό εργαλείο δήθεν εξισορρόπησης. Ωμή η στρατηγική της διασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης, που όπως γνωρίζουν καλά οι παροικούντες το δήθεν κέντρο, δεν κινδυνεύει από τη “βλασφημία”. 

* Η Λία Γυιόκα είναι ιστορικός τέχνης 


1. Από κείμενο της υπεράσπισης προς την επιτροπή εμπειρογνωμόνων του οργανισμού πνευματικής ιδιοκτησίας, στην υπόθεση δίωξης της ιστοσελίδας adeho, http://www.adeho.gr/boss.php (2006) που σατίρισε αντιγράφοντάς την, την ιστοσελίδα της εταιρείας ενοικίασης εργαζομένων adecco. 

2. http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2013/jun/11/nsa-surveillance-us-behaving-like-china 

3. Είναι χαρακτηριστικό π.χ. ότι η λογοκριτική τάση σπάνια αξιοποιεί τον δεύτερο πυλώνα του διαφωτισμού στο συνταγματικό άρθρο περί ελευθερίας της τέχνης και της επιστήμης: Δεν είναι περίεργο που εδώ και μια δεκαετία δεν έχουν εγερθεί οι αναμενόμενες βιοηθικές αντιρρήσεις σε νόμους που επιτρέπουν ή έστω ενθαρρύνουν την καλπάζουσα αγορά ωαρίων, την ιδιωτική κρυογονική των βλαστοκυττάρων, ή τη νομιμοποίηση της εισαγωγής γενετικά τροποποιημένων τροφίμων;

 

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2020

Powered by Advalue