• Ελληνικά
  • Αγγλικά

Αξιολόγηση και προτεινόμενες τροποποιήσεις στο προσχέδιο νόμου «Πολιτική συμμετοχή ομογενών και αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα και μακροχρόνια στην Ελλάδα»

Το προσχέδιο νόμου  διαπνέεται μεν από τις ίδιες κανονιστικές αναφορές με τη νομοθετική πρωτοβουλία αλλά: 

  • μια κατηγορία αλλαγών περιορίζει δραστικά τον αριθμό των αλλοδαπών που μεσοπρόθεσμα δύνανται να κάνουν χρήση των διατάξεων  (όπως η απαίτηση νόμιμης και μόνιμης διαμονής και των δύο γονέων στην περίπτωση της κτήσης ιθαγένειας από τη δεύτερη γενιά)
  • μια άλλη κατηγορία αλλαγών θέτει μακροπρόθεσμα επαχθείς φραγμούς στη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση (όπως η προσθήκη νέων απαράγραπτων αδικημάτων ως κωλύματα της αίτησης πολιτογράφησης, η εξαντλητική αναφορά όρων ελληνομάθειας, γνώσεων ιστορίας κλπ., η ασάφεια ως προς το προσωρινό χαρακτήρα των νομίμων τίτλων διαμονής) 
  • μια ευρύτερη κατηγορία αλλαγών στο επίπεδο ενός νομικού βερμπαλισμού επί το συντηρητικότερο η οποία μπορεί μεν να μην έχει ουσιώδες νομικό εκτόπισμα, ωστόσο ενέχει κινδύνους ερμηνειών που καθιστούν έως και επικίνδυνη τη συμπερίληψή τους (με κατεξοχήν παράδειγμα, την ιδιώνυμη αναφορά στους «λόγους ασφαλείας»)  ή απλώς κυοφορούν τις προϋποθέσεις μιας αγοραίας εφαρμογής τους (με κατεξοχήν παράδειγμα τις 3 συστατικές επιστολές ως προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης πολιτογράφησης).

Ακολούθως, η Ένωσή μας περιορίζεται στις τροποποιήσεις εκείνες που θεωρεί απαραίτητες και ευκταίες στο προσχέδιο νόμου και δεν ανατρέχει στο σύνολο των προτάσεών της, όπως εξάλλου αυτές έχουν ήδη αποτυπωθεί στο σχέδιο νόμου για ένα νέο Κώδικα Ελληνικής Ιθάγενειας που δημοσιοποιήθηκε τον Ιανουάριο 2009 είτε στις προτεινόμενες τροποποιήσεις που δημοσιοποιήσαμε και επί της νομοθετικής πρωτοβουλίας.

Άρθρο 1
2. Μετά το άρθρο 1 του Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αυτός κυρώθηκε με τον Ν. 3284/2004, παρεμβάλλεται νέο άρθρο 1Α ως εξής: 
«Ια. Από νομίμως διαμένοντες αλλοδαπούς γονείς με δήλωση λόγω γέννησης ή φοίτησης σε σχολείο στην Ελλάδα 

Άρθρο 1Α

1. Τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται και συνεχίζει να ζει στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν νόμιμα και οι δυο στη χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη, αποκτά από τη γέννησή του την ελληνική ιθαγένεια, εφόσον οι γονείς του υποβάλουν κοινή σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής του τέκνου στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας του, εντός τριών ετών το αργότερο από τη γέννηση.

Η αξίωση νόμιμης και μόνιμης παραμονής και των δύο γονέων ενώ γενικά είναι πολιτειακά εύλογη, λειτουργεί μεσοπρόθεσμα ιδιαιτέρως αποτρεπτικά για μείζον τμήμα αλλοδαπών που κατοικεί στην Ελλάδα και επιθυμεί να δώσει στα παιδιά τους τη δυνατότητα κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας. Κατεξοχήν αυτό που συνέβαινε και συνεχίζει να συμβαίνει στη χώρα είναι ότι πρώτα έφτανε ο ένας γονέας και κατόπιν ο δεύτερος γονέας προς εργασία και εγκατάσταση. Αυτό ο συγκεκριμένος τύπος μεταναστευτικής ροής – κοινός στον Ευρωπαϊκό νότο – καθιστά πιο εύλογη, αναγκαία και δίκαια την αξίωση πενταετίας μονιμότητας και νομιμότητας του ενός γονέα σε συνάρτηση με την νομιμότητα και μονιμότητα του ετέρου, χωρίς χρονικές προϋποθέσεις. Προτείνεται:

1. Τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται και συνεχίζει να ζει στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν νόμιμα στη χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη ο ένας τουλάχιστον, αποκτά από τη γέννησή του την ελληνική ιθαγένεια, εφόσον οι γονείς του υποβάλουν κοινή σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής του τέκνου στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας του, εντός τριών ετών το αργότερο από τη γέννηση.

5. Πριν τη διενέργεια της εγγραφής στο δημοτολόγιο ο  δήμος αποστέλλει αντίγραφα των δικαιολογητικών που προσκομίστηκαν  για διασταύρωση με τα στοιχεία που τηρούνται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης ή στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αναλόγως των προσκομισθέντων τίτλων. Με την επιβεβαίωση των σχετικών στοιχείων, ο δήμος αποστέλλει την αίτηση και τα συνοδευτικά δικαιολογητικά στις αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Περιφέρεια για την έκδοση σχετικής πράξης του Γενικού Γραμματέα, που δημοσιεύεται στη Εφημερίδα της Κυβέρνησης και με την οποία διατάσσεται ο εν λόγω δήμος να εγγράψει το τέκνο των δηλούντων δημοτολόγιό του. Η εγγραφή στο δημοτολόγιο διενεργείται το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης.

Ενώ είναι εύλογη η διασταύρωση, μετά την ολοκλήρωσή της ο δήμος θα έπρεπε να εγγράφει αυτοδυνάμως στο δημοτολόγιο όπως πράττει σε περιπτώσεις κτήσης με γέννηση, αναγνώριση ή υιοθεσία (όπου επίσης δεν απαιτείται ΦΕΚ, οποτεδήποτε και αν λαμβάνει χώρα η κτήση). Αντίθετα, η πρόβλεψη για μετακύλιση της αρμοδιότητας στην Περιφέρεια μετατρέπει την απλή διαπίστωση συνδρομής των προϋποθέσεων του νόμου σε ειδική περίπτωση «καθορισμού ιθαγένειας», προξενεί ανισότητα (σε σύγκριση με τις περιπτώσεις κτήσης με γέννηση από έλληνες, αναγνώριση ή υιοθεσία) και δημιουργεί φόρτο στις περιφέρειες. 
Εφόσον στόχος της προσθήκης είναι ο εντοπισμός πλαστών τίτλων, η διάταξη θα πρέπει να ολοκληρώνεται ως εξής: «Πριν τη διενέργεια της εγγραφής στο δημοτολόγιο ο  δήμος αποστέλλει αντίγραφα των δικαιολογητικών που προσκομίστηκαν  για διασταύρωση ?, αναλόγως των προσκομισθέντων τίτλων. Με την επιβεβαίωση των σχετικών στοιχείων, ο δήμος προβαίνει στην εγγραφή. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης».

7. Δεν συνιστούν κατά την έννοια του παρόντος νόμου τίτλο νόμιμης διαμονής δελτία, βεβαιώσεις υποβολής δικαιολογητικών ή άλλα έγγραφα που τυχόν επιτρέπουν την προσωρινή και μόνον διαμονή του κατόχου τους μέχρι την κρίση αιτήματός του από την κατά περίπτωση αρμόδια διοικητική ή δικαστική αρχή ή την ολοκλήρωση εκκρεμούς διοικητικής διαδικασίας που τους αφορά. Την κατοχή οριστικού τίτλου νόμιμης διαμονής σε ισχύ ελέγχει κατά την υποβολή της δήλωσης και αίτησης εγγραφής εκ μέρους των γονέων ή του ιδίου του τέκνου, μετά την ενηλικίωσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή.

Έτσι όπως είναι διατυπωμένη η διάταξη, ιδίως εφόσον εκτείνεται στην «έννοια [ολόκληρου] του παρόντος νόμου», καταλαμβάνει ακόμη και τον υπολογισμό της πενταετίας νόμιμης διαμονής κατ’ άρθρο 1α παρ. 1. Το γεγονός ότι η κατοχή οριστικού τίτλου ελέγχεται «κατά την υποβολή της δήλωσης», δεν σημαίνει ότι αφορά μόνο τη χρονική στιγμή της δήλωσης. Όμως ο περιορισμός των τίτλων νομιμότητας με αποκλεισμό των προσωρινών θα οδηγήσει σε ανελαστικές καταστάσεις, καθόσον οι περισσότεροι δικαιούχοι συμπληρώνουν πενταετία νόμιμης διαμονής με εμβόλιμα διαστήματα προσωρινών τίτλων, κατάσταση για την οποία δεν ευθύνονται οι ίδιοι. 

Αν πράγματι σκοπός της ρύθμισης είναι να διασφαλισθεί ότι θα υπάρχει οριστικός τίτλος κατά τη στιγμή της δήλωσης, θα πρέπει η διάταξη να μεταφερθεί ως συμπλήρωση της παραγράφου 3 του άρθρου 1α και να καταλαμβάνει μόνον αυτήν: «3. Η ελληνική ιθαγένεια αποκτάται, μόνον εφ’ όσον και οι δύο γονείς τους κατά την υποβολή της δήλωσης διαμένουν νομίμως στην Ελλάδα δυνάμει σχετικού νόμιμου τίτλου σε ισχύ. Δεν συνιστούν κατά την έννοια της παρούσης παραγράφου τίτλο νόμιμης διαμονής δελτία, βεβαιώσεις υποβολής δικαιολογητικών ή άλλα έγγραφα που τυχόν επιτρέπουν την προσωρινή και μόνον διαμονή του κατόχου τους μέχρι ?».

9. Την Ελληνική Ιθαγένεια αποκτά από τη γέννησή του, χωρίς να απαιτείται δήλωση και αίτηση των γονέων ή του ιδίου, όποιος γεννιέται σε ελληνικό έδαφος, εφόσον:
γ. είναι άγνωστης ιθαγένειας, εφόσον η αδυναμία διαπίστωσης της τυχόν αποκτώμενης με τη γέννηση αλλοδαπής ιθαγένειας δεν οφείλεται σε άρνηση συνεργασίας γονέα.  

Η καινοφανής επιφύλαξη της περίπτωσης «άρνησης συνεργασίας» θα μπορούσε να παρουσιάσει ερμηνευτικά προβλήματα, καθόσον παρεισάγει αποτίμηση συμπεριφοράς και βούλησης του γονέα. 
Αν πράγματι σκοπός της προσθήκης είναι η αποτροπή του κινδύνου δόλιας απόκρυψης τυχόν αλλοδαπής ιθαγένειας, αρκεί η νομοθετική επανάληψη του αυτονόητου βάρους απόδειξης: «γ. είναι άγνωστης ιθαγένειας. Το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας αλλοδαπής ιθαγένειας φέρει ο αιτών».

 

Άρθρο 2
Το άρθρο 5 του Κώδικα Ελληνικής  Ιθαγένειας, όπως αυτός κυρώθηκε με τον Ν. 3284/2004 και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 

«Άρθρο 5.
Τυπικές προϋποθέσεις πολιτογράφησης
Ο αλλοδαπός που επιθυμεί να γίνει Έλληνας πολίτης με πολιτογράφηση θα πρέπει:

β. να μην έχει καταδικασθεί τελεσίδικα για αδίκημα που τέλεσε εκ δόλου, κατά την τελευταία δεκαετία πριν από την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης, σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους ή ανεξαρτήτως ποινής και χρόνου έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, για εγκλήματα προσβολών του πολιτεύματος, προδοσίας της χώρας, ανθρωποκτονίας από πρόθεση και επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εγκλήματα σχετικά με την εμπορία και την διακίνηση ναρκωτικών, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διεθνή οικονομικά εγκλήματα, εγκλήματα με χρήση μέσων υψηλής τεχνολογίας, εγκλήματα περί το νόμισμα, συγκρότησης ή ένταξης ως μέλους σε εγκληματική οργάνωση κατά την έννοια του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα, αντίστασης κατά της αρχής, αρπαγής ανηλίκων, κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κλοπής, ληστείας, απάτης, υπεξαίρεσης, εκβίασης, τοκογλυφίας, του νόμου περί μεσαζόντων, πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, συκοφαντικής δυσφήμισης, λαθρεμπορίας, εγκλήματα που αφορούν τα όπλα, αρχαιότητες, την προώθηση μεταναστών που στερούνται τίτλου παραμονής στο εσωτερικό της χώρας ή τη διευκόλυνση μεταφοράς ή προώθησής τους ή της εξασφάλισης καταλύματος σε αυτούς για απόκρυψη.

Η ρύθμιση περί απαράγραπτων εγκλημάτων, προκειμένου περί προσβασιμότητας στις τυπικές προϋποθέσεις πολιτογράφησης, αποτελεί μέτρο αδικαιολόγητα επαχθές και ασύμβατο προς τις ευρύτερες κανονιστικές αναφορές του ελληνικού ποινικού δικαίου, το οποίο προβλέπει για όλα τα εγκλήματα ορισμένο χρόνο παραγραφής. Άλλωστε η αιτιολόγηση της απορριπτικής απάντησης δίνει τη δυνατότητα στη διοίκηση να αξιοποιήσει κάθε καταδίκη ως εύλογη αιτία άρνησης πολιτογράφησης, εφόσον το κρίνει σκόπιμο για ειδικούς λόγους κατά περίπτωση. 
Επί πλέον, η συγκεκριμένη απαρίθμηση παρίσταται εξαιρετικά ανελαστική, στο μέτρο που περιλαμβάνει αδικήματα ήσσονος κοινωνικής απαξίας και ιδίως την «αντίσταση κατά της αρχής», «υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης», την «εξασφάλιση καταλύματος» σε μετανάστες στερούμενους τίτλου παραμονής (ανεξαρτήτως τυχόν κερδοσκοπίας). Η τελευταία δε είναι μια πράξη συχνή και σύμφυτη με την εκπλήρωση οικογενειακών ή κοινωνικών δεσμεύσεων πολλών αλλοδαπών που διαμένουν στη χώρα. Εάν μη τι άλλο, τα αδικήματα αυτά δεν πρέπει να απαριθμώνται στον κατάλογο εκείνων που αποτελούν νομικώς απαράγραπτο εμπόδιο για την αίτηση πολιτογράφησης. Επισημαίνουμε πάλι ότι η δυνατότητα αιτιολόγησης της απάντησης στην αίτηση πολιτογράφησης αφήνει στη διοίκηση την διακριτική ευχέρεια να δικαιολογήσει τυχόν απόρριψη εξαιτίας αυτών ακριβώς των αδικημάτων 
Τέλος, ειδικά στις περιπτώσεις αναγνωρισμένων πολιτικών προσφύγων, τυχόν καταδίκη στην πατρίδα τους για ορισμένα από τα απαριθμούμενα αδικήματα (λ.χ. προσβολές του πολιτεύματος) είναι πιθανό να οφείλεται ακριβώς στις πράξεις, εξ αιτίας των οποίων έχουν ήδη υπαχθεί σε καθεστώς ασύλου, δηλαδή σε δραστηριότητα που ο έλληνας νομοθέτης θα έπρεπε να επιβραβεύει και όχι να τιμωρεί.

δ. να διαμένει στην Ελλάδα νόμιμα για επτά συνεχή έτη πριν από την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης. Στον παραπάνω κατά περίπτωση απαιτούμενο χρόνο δεν προσμετράται ο χρόνος που διάνυσε ο αλλοδαπός στην Ελλάδα ως διπλωματικός ή διοικητικός υπάλληλος ξένης χώρας. Για τους κατόχους ιθαγένειας κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους συζύγους Έλληνα ή Ελληνίδας με τέκνο, όσους έχουν τη γονική μέριμνα τέκνου ελληνικής ιθαγένειας, τους αναγνωρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες και ανιθαγενείς αρκεί η προηγούμενη νόμιμη διαμονή αυτών στην Ελλάδα επί μια τουλάχιστον συνεχή τριετία. Για τους συζύγους Ελλήνων διπλωματικών υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει, οποτεδήποτε, ένα έτος διαμονής στην Ελλάδα και υπηρετούν στο εξωτερικό, προσμετράται για τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου και ο χρόνος παραμονής τους στο εξωτερικό λόγω της υπηρεσίας των Ελλήνων συζύγων τους. Για τους ομογενείς και για όσους έχουν γεννηθεί και κατοικούν συνεχώς στην Ελλάδα δεν απαιτείται η χρονική προϋπόθεση της επταετούς διαμονής.

Σχετικά με την προϋπόθεση που αφορά «τους συζύγους Έλληνα ή Ελληνίδας με τέκνο», γίνονται μεν αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους προστέθηκε στο παρελθόν αυτή η προϋπόθεση, είναι όμως προφανές ότι η βιολογική αδυναμία ή η οικειοθελής βούληση μιας γυναίκας να μη γίνει μητέρα δεν είναι δυνατό να επιδρά με τόσο καταλυτικό τρόπο στις τυπικές προϋποθέσεις της πολιτογράφησης. 
Εξ άλλου, σε περιπτώσεις που η διοίκηση έχει σοβαρές ενδείξεις εικονικότητας του γάμου, δύναται να τις αναφέρει στην αιτιολογημένη απόρριψη της αίτησης πολιτογράφησης. 

ε. να κατέχει έναν από τους παρακάτω τίτλους νόμιμης διαμονής:
αα) άδεια επί μακρόν διαμένοντος,  κατ? εφαρμογήν των διατάξεων του π.δ. 150/2006 (ΦΕΚ Α? 160)
αβ) εβαίωση εγγραφής πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 8 του π.δ. /τος 106/2007 (Φ.Ε.Κ. Α, 135). 
αγ)«Δελτίο Διαμονής», ως μέλος οικογένειας Έλληνα πολίτη ή πολίτη Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ως γονέας ανηλίκου ημεδαπού, κατ? εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 61 και 94 του Ν. 3386/2005 αντίστοιχα.
αδ) Δελτίο αναγνωρισμένου πολιτικού πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας ή μέλους οικογένειας κατόχων τέτοιων  τους συμπεριλαμβανομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος π.δ/τος 61/1999, (Φ.Ε.Κ. Α, 63), καθώς και των π.δ/των 90/2008 (Φ.Ε.Κ. Α, 138), 96/2008 (Φ.Ε.Κ. Α, 152), 167/2008 (Φ.Ε.Κ. Α, 223) και 81/2009 (Φ.Ε.Κ. Α, 99), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν.
αε) Ταξιδιωτικά έγγραφα ή ειδικό δελτίο που έχουν χορηγηθεί από ημεδαπή αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Νέας Υόρκης, περί του καθεστώτος των ανιθαγενών, η οποία έχει κυρωθεί  με το ν. 139/1975 (Φ.Ε.Κ. Α, 176).
αστ) Δελτίο ή τίτλο παραμονής ομογενούς κάθε τύπου.

Ο περιορισμός στους παραπάνω τίτλους νόμιμης διαμονής, με αποκλεισμό των (κατά πάντα οριστικών και κανονικών) τίτλων τους οποίους κατέχουν σήμερα οι περισσότεροι νόμιμα διαμένοντες αλλοδαποί, συρρικνώνει χωρίς εμφανή αιτιολογία το εύρος των καταλαμβανομένων από τη διάταξη. 
Το πρόβλημα δεν διορθώνεται πλήρως με την προσθήκη του άρθρου 24, διότι εκείνο πρώτον μεν εισάγει μόνο μεταβατική ρύθμιση και δεν αφορά όσους θα προτιμήσουν στο μέλλον να παραμείνουν στη χώρα επί χρονικό διάστημα επαρκές προς πολιτογράφηση χωρίς κατ? ανάγκη να λάβουν την ειδική «άδεια επί μακρόν διαμένοντος», δεύτερον δε, ακόμη και ως μεταβατική ρύθμιση, είναι ελλιπής καθόσον καταλαμβάνει μόνον όσους έχουν ήδη «κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος» συμπληρώσει το εκεί οριζόμενο διάστημα νόμιμης διαμονής, παραλείποντας έτσι όσους καλύπτουν μέχρι στιγμής διάστημα κατά τι μικρότερο, οι οποίοι, ακόμη και μετά τη συμπλήρωση πενταετούς ή και επταετούς νόμιμης διαμονής, θα υποχρεωθούν έτσι να διέλθουν από τη διαδικασία υπαγωγής σε καθεστώς «επί μακρόν διαμένοντος» προκειμένου να καταθέσουν αίτηση πολιτογράφησης.
 

Άρθρο 3
Μετά το άρθρο 5 του Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αυτό τροποποιείται με ο προηγούμενο άρθρο του παρόντος νόμου παρεμβάλλονται νέα άρθρο 5Α και 5Β  ως εξής:
«Άρθρο 5Α
Ένταξη και δυνατότητα συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας

1. Ο αλλοδαπός που επιθυμεί να γίνει Έλληνας πολίτης με πολιτογράφηση πρέπει, πέραν των προϋποθέσεων του προηγουμένου άρθρου:
α. να γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, ώστε να εκπληρώνει  τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κατοχή της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη.

Στην Ελλάδα μέχρι σήμερα η πολιτεία δεν έχει παράσχει ένα επαρκές πλαίσιο δυνατότητας γνώσης της ελληνικής γλώσσας από αλλοδαπούς με τρόπο μάλιστα αντικειμενικά μετρήσιμο. Ενώ λοιπόν μια «επάρκεια» στην ελληνική γλώσσα είναι ένα κατανοητό πλην όμως όχι αμάχητο τεκμήριο ένταξης, «η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την κατοχή της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη» είναι κριτήριο απολύτως ασαφές και αναντίστοιχο με τις δυνατότητες ελληνομάθειας που το ίδιο το κράτος έχει παράσχει στους αλλοδαπούς στη χώρα. Περαιτέρω, θυμίζουμε πως ένα από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το καθεστώς του «επι μακρόν διαμένοντος» έχει αποδοθεί σε τόσους λίγους ανθρώπους (130) είναι ακριβώς το επίπεδο της ελληνομάθειας που απαιτείται. Προτείνουμε τη διαγραφή του εν λόγω χωρίου.

β. να έχει ενταχθεί ομαλά στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Για την διακρίβωση της ομαλής ένταξης του αιτούντος στην ελληνική κοινωνία συνεκτιμώνται ιδίως στοιχεία, όπως η εξοικείωση με την ελληνική ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό, η επαγγελματική και εν γένει οικονομική δραστηριότητά του, τυχόν δημόσιες ή κοινωφελείς δραστηριότητές του, ενδεχόμενη φοίτησή του σε ελληνικούς εκπαιδευτικούς φορείς, η συμμετοχή του σε κοινωνικές οργανώσεις ή συλλογικούς φορείς μέλη των οποίων είναι Έλληνες πολίτες, τυχόν συγγενικός τους δεσμός και εξ αγχιστείας με Έλληνα πολίτη, η  εκ μέρους του σταθερή εκπλήρωση φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεών του, η κατά κυριότητα κτήση ακινήτου για κατοικία και η εν γένει περιουσιακή του κατάσταση. Ειδική βαρύτητα στην εκτίμηση της ένταξης έχουν συστάσεις όσον αφορά το πρόσωπο, την κοινωνική και την επαγγελματική ζωή του αιτούντος, που παρέχουν Έλληνες πολίτες, γεννημένοι στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της οριζόμενης παρακάτω στο άρθρο 7 διαδικασίας.

Αν και οπωσδήποτε αναφέρεται διαζευκτικά και ενδεικτικά, «η κατά κυριότητα κτήση ακινήτου για κατοικία» δεν παύει να παραπέμπει σε αλλοδαπούς με ορισμένη οικονομική επιφάνεια και με ακόμη περισσότερο συγκεκριμένες επενδυτικές προτιμήσεις, μνεία στην οποία θα μπορούσε να προσδοθεί εσφαλμένο συμβολικό βάρος ως προς τη γενικότερη τάση που διέπει τα κριτήρια «ομαλής ένταξης». 
Επίσης ο περιορισμός, ότι τις «συστάσεις» μπορούν να παρέχουν μόνον έλληνες «γεννημένοι στην Ελλάδα», οπωσδήποτε εισάγει αναιτιολόγητη διάκριση μεταξύ ελλήνων πολιτών. Υπό τις παραπάνω ελάχιστες επιφυλάξεις, η παράγραφος β? του άρθρου μπορεί κατεξοχήν να αποτελέσει το περιεχόμενο ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου. 

γ. να έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει ενεργά και ουσιαστικά στην πολιτική ζωή της χώρας, σεβόμενος τις θεμελιώδεις αρχές οι οποίες την διέπουν. Για τη δυνατότητα συμμετοχής στην πολιτική ζωή συνεκτιμώνται ιδίως στοιχεία όπως η επαρκής εξοικείωση με τους θεσμούς του πολιτεύματος της Ελληνικής Δημοκρατίας και την πολιτική ζωή της χώρας και η βασική γνώση της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, ιδίως της σύγχρονης. Ειδική βαρύτητα στην εκτίμηση περί υιοθέτησης της ελληνικής πολιτικής ταυτότητας έχουν η ενδεχόμενη συμμετοχή σε συλλογικούς φορείς, πολιτικές ενώσεις ή σωματεία όπου συμμετέχουν και Έλληνες πολίτες, καθώς και η τυχόν προηγούμενη συμμετοχή στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης.

Εφόσον το ζητούμενο είναι η «δυνατότητα συμμετοχής» και όχι η τετελεσμένη συμμετοχή στην πολιτική ζωή της χώρας, η ρητή μνεία συνεκτίμησης τυχόν ιδιότητας μέλους «σε πολιτικές ενώσεις» θα μπορούσε να παρερμηνευθεί ως προνομιακή μεταχείριση όσων έχουν πρόθεση να αναπτύξουν πολιτική δραστηριότητα, σε βάρος όσων (όπως άλλωστε και πολλοί κατά πάντα νομοταγείς έλληνες πολίτες) δεν έχουν τέτοια πρόθεση. Επίσης, η ειδική αναφορά στη γνώση «ιδίως» της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας δίνει εύκολα τη δυνατότητα σε – όχι κατ’ ανάγκην κακόπιστους – ερμηνευτές του νόμου  να απορρίπτουν αιτήσεις πολιτογράφησης λόγω ανελαστικής αποτίμησης του ιδιάζοντος χαρακτήρα που έχει η γνώση αυτής της ιστορίας ως αντικειμενική συνθήκη πολιτογράφησης. 

 

Άρθρο 5Β
Λόγοι ασφαλείας

Στο πρόσωπο του αλλοδαπού που επιθυμεί να γίνει Έλληνας πολίτη δεν θα πρέπει να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας. Σχετικά με τη συνδρομή τέτοιων λόγων στο πρόσωπο του αιτούντος παρέχουν γνώμη οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη με τη διαδικασία που ορίζεται παρακάτω στο άρθρο 7.»

Η ρύθμιση ενέχει κίνδυνο κατάχρησης εν όψει του ιστορικού εθισμού της ελληνικής δημόσιας διοίκησης σε αναιτιολόγητη, ή προσχηματικά αιτιολογούμενη, επίκληση λόγων ασφαλείας. Το περιεχόμενο της διάταξης αυτής εξάλλου καλύπτεται από την ούτως ή άλλως δεδομένη δυνατότητα της διοίκησης να αιτιολογήσει την άρνηση πολιτογράφησης με αναφορά σε λόγους ασφάλειας, η επίκληση των οποίων μπορεί εφεξής να αποτελέσει το αντικείμενο δικαιοδοτικού ελέγχου. Για το λόγο αυτό, η διάταξη πρέπει να καταργηθεί.     

 

Άρθρο 4
Το άρθρο 6 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αυτός κυρώθηκε με τον Ν. 3284/2004 και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 6.
Δικαιολογητικά πολιτογράφησης

Ο αλλοδαπός που επιθυμεί να πολιτογραφηθεί ως Έλληνας, υποβάλλει δήλωση στο δήμο της μόνιμης διαμονής του και αίτηση πολιτογράφησης στις υπηρεσίες της οικείας Περιφέρειας, που απευθύνεται προς τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και συνοδεύεται από:
β. τρεις συστατικές επιστολές Ελλήνων πολιτών, διαφόρων των παρισταμένων ως μαρτύρων κατά τη δήλωση ενώπιον του δημάρχου, που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και κατοικούν μονίμως στον δήμο μόνιμης κατοικίας του αιτούντος ή συνδέονται επαγγελματικά μαζί του, εξαιρουμένων των συνδεομένων με αυτόν με συγγενικό δεσμό.

Η συμπερίληψη τριών συστατικών επιστολών μέσα στα απαραίτητα δικαιολογητικά πολιτογράφησης είναι άνευ λόγου ενώ με κάθε βεβαιότητα θα οδηγήσει σε ένα ακόμη «παρεμπόριο» συστατικών στην Ελλάδα. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε παραπάνω: ο περιορισμός, ότι «συστατικές επιστολές» μπορούν να υπογράφουν μόνον έλληνες «που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα», οπωσδήποτε εισάγει αναιτιολόγητη διάκριση μεταξύ ελλήνων πολιτών. Η διάταξη 6β. πρέπει να καταργηθεί.

 

Άρθρο 17
Δικαίωμα του εκλέγεσθαι

1. Εκλογείς, εγγεγραμμένοι στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του άρθρου 15 του παρόντος, που κατά την ημέρα διενέργειας των εκλογών έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους, μπορούν να εκλεγούν δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικοί σύμβουλοι, με την προϋπόθεση ότι διαθέτουν επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας για την άσκηση των καθηκόντων τους.

Ο κατακερματισμός του εκλογικού σώματος σε δύο κατηγορίες πέραν των προφανών αρνητικών ιστορικών και εθνοφυλετικών συνδηλώσεών του, επιτείνει καταστάσεις πελατειακών σχέσεων που ούτως ή άλλως είναι έντονες στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης.  Περαιτέρω, η «επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας» ως τυπικό κριτήριο εκλογιμότητας ? άρα αντικείμενο αρμοδιότητας του εκλογοδικείου ? μπορεί να οδηγήσει σε προφανή αδιέξοδα. 

Προτείνεται:

1. Εκλογείς, εγγεγραμμένοι στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του άρθρου 15 του παρόντος, που κατά την ημέρα διενέργειας των εκλογών έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους, μπορούν να εκλεγούν δήμαρχοι, πρόεδροι, και αντιπρόεδροι δημοτικού συμβουλίου, δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικοί σύμβουλοι.

 

 

Μέλος

Newsletter

© ΕΕΔΑ 2020

Powered by Advalue