Δικαιώματα και ευκαιρίες σε κρίση

Άρθρο του Γ. Κουζέλη
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα εισήγησης στο συνέδριο «Εκπαίδευση και δικαιώματα σε συνθήκες κρίσης» (Αθήνα 23-24 Σεπτεμβρίου 2011). Συνομιλεί κριτικά με το κείμενο της αντίστοιχης εισήγησης του Δ. Χριστόπουλου, που δημοσιεύτηκε στα «Ενθέματα» πριν από δύο εβδομάδες, όπως διαπιστώθηκε κατά την εκφώνησή τους, και έτσι θα μπορούσε να αποβεί αφορμή ευρύτερου διαλόγου, καθώς το πολιτικό διακύβευμα είναι κρίσιμο.

Ότι η κρίση, οικονομική, κοινωνική και πολιτική υφίσταται και ως κρίση στο πεδίο των δικαιωμάτων, των αξιώσεων και των ευκαιριών μοιάζει εύλογο. Ότι η πρώτη συνεπάγεται τη δεύτερη, ότι, ακριβέστερα, η οικονομική κρίση επιφέρει άρση δικαιωμάτων και συρρίκνωση ευκαιριών αποτελεί μια φαινομενικά αυτονόητη θέση που δεν απαιτεί θεμελίωση, αξιοποιείται δε ως πειστικό επιχείρημα στην επιβολή νέων μέτρων και νέων κοινωνικών συσχετισμών.

Θα χρειαστεί, ακούμε, να μετριάσουμε τις απαιτήσεις μας, να περιορίσουμε τις κινήσεις μας, να δεχτούμε κάποιες εκπτώσεις στην ελευθερία και τα δικαιώματα που απολαμβάναμε, να συνειδητοποιήσουμε ότι, χάριν της ανάκαμψης και επομένως της ανταγωνιστικότητας, η αριστεία δεν μπορεί πλέον να ισοπεδώνεται εξισωτικά και ότι οι βέλτιστες συμπεριφορές, πρακτικές και επιδόσεις θα πρέπει να ανταμείβονται καλύτερα.

Έχουν όμως πράγματι έτσι τα πράγματα; Μήπως ο περιορισμός των δικαιωμάτων και η ακραία διαφοροποίηση των ευκαιριών αποτελούν όρους της κρίσης, συμμετέχουν στην δημιουργία της, ακόμα και στον κατεξοχήν πυρήνα της, την οικονομία;

Βέβαιο είναι πως, με μια πολύ ισχυρή έννοια, η κρίση στο πεδίο των δικαιωμάτων και της ισότητας των ευκαιριών προηγείται της παρούσας οικονομικής κρίσης. Για να επικαλεστώ μια τετριμμένη σχεδόν επισήμανση του Τσόμσκυ, ο λόγος που τόσο ένθερμα επικαλείται τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβλέπει συστηματικά το γεγονός ότι οι αρχές και επιταγές της οικουμενικής διακήρυξης του 1948 αξιώνουν συνολική ισχύ. Και τα ανθρώπινα δικαιώματα που ορίζονται εκεί συμπεριλαμβάνουν, πλάι στα πολιτικά, κοινωνικά δικαιώματα, δικαιώματα που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Η εξαθλίωση ενός όλο και μεγαλύτερου τμήματος του πλανήτη, ο διπλασιασμός κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια της διαφοράς πλούτου μεταξύ (του 20%) των πλουσιότερων και (του 20%) των φτωχότερων κρατών, η ραγδαία επιδείνωση (σε απόλυτους όρους) των οικονομικών συνθηκών εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων δεν αποτελούν καν ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων για μια λογική που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για επιλεγμένους δείκτες της αγοράς. Η «σχετικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (Τσόμσκυ) επιτρέπει την αποσιώπηση της εντεινόμενης παραβίασης των άρθρων της οικουμενικής διακήρυξης που αναφέρονται σε κοινωνικά δικαιώματα.

Αυτό που μας επισημαίνεται με τις παραπάνω παρατηρήσεις – τόσο οικείες που τείνουμε να τις θεωρούμε υπεραπλουστευτική ρητορεία – είναι πως στην ύστερη, παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα ο συσχετισμός εξουσίας σε διεθνές και σε εθνικό επίπεδο, εντός τουλάχιστον των ευρωπαϊκών κοινωνιών, έχει καταστήσει δυνατή αλλά και νόμιμη μια επιλεκτική αδρανοποίηση, αν όχι απαξίωση, κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και τη συνακόλουθη ριζική εμβάθυνση των ανισοτήτων. Εντός αυτού του πλαισίου εκδηλώνεται η πρόσφατη οικονομική κρίση. Η κοινωνική περιθωριοποίηση και οικονομική εξαθλίωση τμημάτων του πληθυσμού και πάντως η ριζική ταξική πόλωση της κοινωνίας δεν αποτελούν μόνο συνέπειες αλλά και συνθήκες ύπαρξης της κρίσης, αίτιά της.

Ότι η αγορά δεν προνοεί αναγκαστικά για τις αρνητικές συνέπειες τής, κατά τον νεοφιλελευθερισμό, επιτυχίας, της συγκέντρωσης αξιοποιήσιμου κεφαλαίου (άνισα κατανεμημένης ως προς τους κλάδους και τους παράγοντες της παραγωγής), είναι κάτι που ο Μαρξ είχε περιγράψει ακριβώς ως τυφλή αυθεντία της αγοραίας τυχαιότητας, στην οποία το κεφάλαιο υποτάσσεται, καθώς δεν μπορεί να την ελέγξει. Η φτώχεια που παράγει η οικονομική ασυμμετρία, όταν οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες το επιτρέπουν, ο αποκλεισμός κοινωνικών ομάδων και κατηγοριών από την κατανάλωση και κατ’ επέκταση από την παραγωγή (ανεργία), εντείνουν τις επιπτώσεις της ανορθολογικής διάρθρωσης και διαφοροποίησης του συνολικού κεφαλαίου και επομένως συμβάλλουν καθοριστικά στην ενεργοποίηση μιας διαρκώς υφέρπουσας κρίσης που αποσυντονίζει την οικονομική και κοινωνική αναπαραγωγή.

Η εξουδετέρωση του κοινωνικού περιεχομένου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οικονομικός και κοινωνικός αποκλεισμός τμημάτων του πληθυσμού, η ακραία ενίσχυση ανισοτήτων αλλά και διακρίσεων (με χαρακτηριστικότερη την αντιμετώπιση από το νόμο), όλα αυτά αποτελούν συμπτώματα της κρίσης, συνοδεύουν την εκδήλωσή της στο οικονομικό πεδίο, επειδή την προκαλούν. Ο φαύλος κύκλος αδυναμίας κατανάλωσης, ύφεσης, για τον οποίο γίνεται τόσος λόγος σήμερα στην Ελλάδα, ήταν φαύλος και από πριν.

Η πιο αποφασιστική διάσταση της καλπάζουσας κρίσης είναι η κοινωνική

Συμμερίζομαι την άποψη πως η πιο αποφασιστική διάσταση της καλπάζουσας κρίσης, εκείνη που τώρα μόλις αρχίζει να διακρίνεται, είναι η κοινωνική. Εννοώ τις μακρόχρονες και βαθιές συνέπειες των εξελίξεων επί του ιστού των κοινωνικών σχέσεων, τη ρήξη που επιφέρει η κρίση στις ήδη εξασθενημένες και απαξιωμένες σχέσεις αλληλεγγύης και συλλογικής δράσης, τον αναδυόμενο ακραίο ατομικισμό, το ανεξέλεγκτο της εκμετάλλευσης, την ξενοφοβία και τον εθνοκεντρισμό. Εννοώ όμως κυρίως τη δυναμική εξαχρείωσης των όρων της καθημερινής μας ζωής. Κι αυτό που εξαχρειώνει είναι η εξοικείωση με το μη κοινωνικό: με τη δικαίωση της ανισότητας, των αποκλεισμών και των διακρίσεων, με την ακραία εκμετάλλευση, με την νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας, με την περιθωριοποίηση, όπως ήδη τη βιώνουμε στους δρόμους της Αθήνας. Αυτό που φαινομενικά «δεν μας αφορά», που το ανεχόμαστε επειδή «δεν πρέπει» να μας μολύνει αγγίζοντας μας, είναι αυτό που μεταβάλλει την αντιληπτική και επικοινωνιακή μας ικανότητα, την κρίση μας επί της διάκρισης κανονικού και παθολογικού, την κοινωνική μας υπόσταση.

Αυτή η κρίση γεννάει μια νέα κοινωνική κανονικότητα που θα επιβληθεί στην καθημερινότητά μας ως τέτοια, ως κανονικότητα, παρά τις προσδοκίες και ελπίδες των θεωρήσεων που επιμένουν σε μη αναιρέσιμες αξίες και υπερβατικές θεμελιώσεις. Η επιβολή του ορισμού της κανονικότητας είναι προϊόν ενός συσχετισμού ισχύος, προϊόν εκείνων των σχέσεων εξουσίας που καθόρισαν τους όρους της εκδήλωσης της πρωτεύουσας όψης της κρίσης, της οικονομικής.

Η κρίση είναι οικονομική, σε αυτό δεν απατάται ο κυρίαρχος οικονομισμός, αλλά είναι οικονομική για κοινωνικούς -πολιτικούς και ιδεολογικούς συνάμα- λόγους. Η δυνατότητα αλλά και η αναγκαιότητά της οφείλεται στον παροπλισμό του κοινωνικού και παρεμβατικού κράτους, στην ισοπεδωτική -ελλείψει αντιπάλου- επικράτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, στην πολιτικά και κοινωνικά ανεξέλεγκτη αναδιάρθρωση των σχέσεων μεταξύ των τομέων της οικονομίας και ιδίως της σύνθεσης του κεφαλαίου και της οργάνωσης του μπλοκ οικονομικής εξουσίας.

Η έμφαση στο ζήτημα της εξουσίας είναι εσκεμμένη. Γιατί αυτό που συνδέει τις εξελίξεις στην οικονομία, δηλαδή την κρίση, με τους ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους εκδήλωσής της, κι αυτό που θα μας επιτρέψει να αντιληφθούμε πώς διαμορφώνεται η σχέση δικαιωμάτων και ευκαιριών εντός των ίδιων συνθηκών δεν είναι άλλο από το συσχετισμό των δυνάμεων.

Υπ’ αυτή την έννοια η κρίση συμπίπτει με τη ραγδαία και επιθετική ανάπτυξη ορισμένων μορφών συγκέντρωσης κεφαλαίου, συμπίπτει με την ισχυρή κυριαρχία αυτών των μορφών αλλά και συνολικά του κεφαλαίου επί κάθε μορφής εκπροσώπησης της εργασίας και του κοινωνικού της χαρακτήρα, συμπίπτει με τον περιορισμό των εργατικών αξιώσεων, τον περιορισμό των μισθών, των κοινωνικών παροχών και του κοινωνικού κράτους. Η κρίση συμπίπτει με την επιβλητική νίκη εκείνων των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων που επανορίζουν το «αυτονόητο» του περιεχομένου των δικαιωμάτων και ευκαιριών.

Δικαιώματα: η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αναγνωρισμένη αξίωξη και τη δυνατότητα εκπλήρωσης

Έστω και υπερ-σχηματοποιώντας, για λόγους ευκρίνειας του προηγουμένου, περί εξουσίας, επιχειρήματος, θα ορίσω τα δικαιώματα ως το προϊόν της θεσμικής παγίωσης και επομένως ενίσχυσης ενός αποτελέσματος διεκδικήσεων, θεσμικής παγίωσης ενός ιστορικά διαμορφωμένου πλέγματος απαιτήσεων και δυνατοτήτων εντός των κοινωνικών συγκρούσεων. Το κέρδος που αποφέρει για τους διεκδικητές του η θεσμική εξασφάλιση ενός δικαιώματος, κέρδος σταθεροποίησης και επομένως σχετικής αντίστασης στην προσπάθεια αμφισβήτησης της αντίστοιχης αξίωσης, μετριάζεται και συχνά ακυρώνεται από τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος. Ένα κατοχυρωμένο δικαίωμα δεν είναι και εξασφαλισμένο ως προς την πλήρωσή του. Το δικαίωμα στην εργασία παραμένει πάντα δυνητικά ενεργό, έστω και αν οι συνθήκες ανεργίας καθιστούν, για το ένα τέταρτο του πληθυσμού, ανέφικτη την άσκησή του.

Αναντιστοιχία ανάμεσα στην αναγνωρισμένη αξίωση και στη δυνατότητα εκπλήρωσής της χαρακτηρίζει το σύνολο σχεδόν των δικαιωμάτων που κατοχυρώθηκαν ως αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων του 20ου αιώνα. Αν η, όπως την αποκαλεί ο Χάμπερμας, ιδιάζουσα ένταση «ανάμεσα στο οικουμενικό νόημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις τοπικές προϋποθέσεις της πραγματοποίησής τους» χαρακτηρίζει, και μάλιστα επώδυνα, την κρίση που συνεπάγεται η σχέση εθνικών κρατών και μεταναστευτικής δυναμικής, σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομικής δικτύωσης και συστηματικής απορρύθμισης των εθνικών κρατικών πολιτικών κι αν αυτή η αντίφαση υπαγορεύει την άρση θεμελιωδών δικαιωμάτων για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας που δεν του αναγνωρίζεται η ιδιότητα του πολίτη, η γενικότερη ένταση μεταξύ αφηρημένης αξίωσης και συγκυριακής δυνατότητας χαρακτηρίζει το χειρισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Αυτό ακριβώς είναι και το κεντρικό σημείο στη σχέση κρίσης, δικαιωμάτων και ευκαιριών: η πρόσβαση στο αγαθό που απορρέει ή επί του οποίου υλοποιείται η άσκηση του δικαιώματος. Ήδη πριν από την αμφισβήτηση και δυνάμει άρση ενός δικαιώματος, η ανασημασιοδότηση του περιεχομένου της θεσμικής παγίωσης μπορεί, όπως γίνεται κατά κανόνα εντός της κρίσης, να αφορά τους όρους υλοποίησής του. Ο αποκλεισμός από την πρόσβαση εξουδετερώνει το δικαίωμα πριν το αμφισβητήσει. Ως εξουδετερωμένο μοιάζει στη συνέχεια ουτοπικό, εκτός πραγματικότητας και εύκολα αναιρέσιμο από έναν κυρίαρχο λόγο που υπερηφανεύεται για τον προσγειωμένο ρεαλισμό του. Αν κανείς εξετάσει προσεκτικά πώς τα τελευταία χρόνια αδρανοποιούνται αρχές και διατάξεις του συντάγματος για να αμφισβητηθούν στη συνέχεια ως κενές περιεχομένου (από την προστασία του περιβάλλοντος ως την αυτονομία και τον δημόσιο χαρακτήρα των πανεπιστημίων), θα δει να διαγράφεται με σαφήνεια η διαδικασία αναπροσδιορισμού του θεσμικά σταθεροποιημένου αποτελέσματος ενός προηγούμενου συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων. Ο αναπροσδιορισμός αυτός δίνει το στίγμα του πλαισίου που γέννησε την κρίση αλλά και τροφοδοτείται από αυτή.

Το κατεξοχήν κρίσιμο στοιχείο εδώ, απόρροια αλλά και γενεσιουργός εκφάνσεων της κρίσης, είναι η αποσταθεροποίηση αρχών και σχέσεων που συνδέονται με τους πρωτογενείς όρους της συνολικής κοινωνικής αναπαραγωγής. Ο καπιταλισμός, σε όλες του τις μορφές, από τις πιο φιλελεύθερες ως τις πιο αυταρχικές, προϋποθέτει τη διασφάλιση των αστικών αρχών της θετικής και αρνητικής ελευθερίας, της νομικής ισότητας και της ισότιμης συναλλαγής. Το ότι τις προϋποθέτει δεν σημαίνει και ότι μπορεί να τις εγγυηθεί. Πόσο μάλλον που η δυναμική του τείνει περιοδικά να άρει τις αρχές αυτές, τροφοδοτώντας κρίσεις των οποίων η υπέρβαση δεν προεξοφλείται από τη συστημική αξία των αρχών που παραβιάζει. Επειδή κάποια δικαιώματα είναι θεμελιώδη δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να αρθούν. Κι η κρίση έχει κερδισμένους.

Η επίκληση των δικαιωμάτων αποδεικνύεται ασθενής λόγος και εξαιτίας ενός άλλου κρίσιμου παράγοντα, που συνδέεται με τις προϋποθέσεις άσκησής τους. Τα δικαιώματα είναι ατομικά. Επομένως μπορούν να συντονιστούν με ευρύτερες κοινωνικές πρακτικές εξατομίκευσης και διαφοροποιημένης κατηγοριοποίησης των κοινωνικών υποκειμένων, εφόσον μάλιστα η επιλεκτική παρεμπόδιση στην πρόσβαση μπορεί να λειτουργήσει ως αποκλεισμός (συνήθως μάλιστα νομιμοποιημένος ως αυτοαποκλεισμός), όπως συμβαίνει με το δικαίωμα στην εργασία, τη μόρφωση, τον ελεύθερο χρόνο ή τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση.

Εξαρτώμενα από την ατομική τους εκπλήρωση και κατ’ επέκταση από τις υποκειμενικές προϋποθέσεις άσκησής τους, τα δικαιώματα παρουσιάζονται ως θεσμικά παρεχόμενες δυνατότητες. Η πραγματική τους υλοποίηση δεν μπορεί να εξασφαλιστεί, εναπόκειται στην ατομική ενεργοποίηση. Για τα άτομα αποτελούν επομένως δυνητικές ευκαιρίες.

Ευκαιρίες, ο ισχυρότερος μηχανισμός εξατομίκευσης και κοινωνικής διαφοροποίησης

Η παροχή ευκαιριών αποτελεί τον ισχυρότερο μηχανισμό εξατομίκευσης και κοινωνικής διαφοροποίησης. Πολιτική απολύτως σύμμετρη με την κεντρική ιδεολογική κατηγορία και τον κρισιμότερο όρο ομαλής οικονομικής αναπαραγωγής, τον ανταγωνισμό, η εξασφάλιση τυπικά ίσων ευκαιριών αντιστοιχεί σε μια κοινή αφετηρία ενός αγώνα διάκρισης ατομικών επιδόσεων. Ότι όποιος είναι φτωχός φταίει ο ίδιος, δεν αποτελεί ιδεολογική κορώνα του νεοφιλελευθερισμού. Σύσσωμη η αστική σκέψη σε αυτή την αρχή κατέληγε πάντα.

Ο χειρισμός της ισότητας των ευκαιριών, ή μάλλον της ψευδαίσθησής της, αποτελεί καθοριστική διάσταση της κυρίαρχης στρατηγικής για τη νομιμοποίηση κοινωνικών ανισοτήτων. Η συγκρότηση θεσμών και μηχανισμών ανάδειξης και κατοχύρωσης ίσων ευκαιριών εντός ενός πολιτικού και ιδεολογικού πλαισίου εμμονής στη γενικότητα της τυπικής εξομοίωσης (όλοι είμαστε πολίτες), δεν αποσπά απλώς την προσοχή από τον άμεσο κοινωνικό αποκλεισμό εκεί που δεν υφίστανται ανάλογες διαδικασίες (άλλωστε δεν είμαστε καν όλοι πολίτες). Οι ταξικά προσδιορισμένες ευκαιρίες, μαζί με τις πιθανότητες επιτυχίας που κατανέμονται βάσει μηχανισμών οι οποίοι εμφανίζονται ως «αξιοκρατικοί», δημιουργούν ανισότητα που φαινομενικά παραμένει ουδέτερη, οπότε η δεδομένη ανισότητα των ευκαιριών πρόσβασης σε κοινωνικές θέσεις και αγαθά και αποκρύπτεται και επισφραγίζεται.

Η διπλή αρχή της ισότητας των ευκαιριών και της απόδοσης-ανταπόδοσης αποτελεί την κεντρική μορφή ύπαρξης της δικαιοσύνης στην κοινωνία μας -κι επειδή διακρίσεις και αποκλεισμοί από δικαιώματα εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την πραγματικότητά μας, η αρχή αυτή εξακολουθεί να φέρει χειραφετικό πρόσημο. Εξακολουθεί να εκπροσωπεί μια μορφή δικαιοσύνης που δεν αποκλείει, αντιθέτως μάλιστα ενισχύει, νομιμοποιώντας την και εμβαθύνοντάς την, την κοινωνική ανισότητα. Η αρχή της ισότητας των ευκαιριών είναι και μια ιδεολογία των νικητών.

Το όριο των αποδεκτών ανισοτήτων, εκείνων που είναι ανεκτές ως δίκαιες βάσει αυτής της αρχής, αυτό είναι το όριο που διαρκώς τίθεται σε αμφισβήτηση. ιδίως σε καθεστώς κρίσης. Πόσο πολύ πιο φτωχοί μπορούν να γίνουν οι ηττημένοι, πόσο πολύ πιο πλούσιοι οι νικητές;

Η κρίση επιφέρει συνάμα και μια άλλη σημαντική μετατόπιση στο πεδίο της παροχής ευκαιριών. Σε συνθήκες διακινδύνευσης και ριζικής ασυμμετρίας μεταξύ συστημικών απαιτήσεων και βιοκοσμικών δυνατοτήτων, η ευθύνη ανάληψης των κοινωνικά παρεχόμενων ευκαιριών -ευκαιριών μόρφωσης, διασφάλισης, θεραπείας ή μάλλον υγείας, ψυχικής και σωματικής αποκατάστασης, απόλαυσης, ευκαιριών ζωής- εναπόκειται στο ίδιο το άτομο, που μπορεί να αποτύχει ακόμα και στα στοιχειώδη, την εξασφάλιση της ζωής. Η κατάλυση του κοινωνικού κράτους, εν ονόματι μιας κρίσης η οποία τροφοδοτήθηκε από την ίδια αυτή κατάλυση, σημαίνει και παράδοση στην αγριότητα της τύχης, σε περιβάλλον παροχής κατ’ εξαίρεση ευκαιριών -όποιος είναι τυχερός θα τα καταφέρει.

Δικαιώματα και ευκαιρίες στην κρίση

Αν ανασυγκροτήσει κανείς με προσοχή την πορεία των πιο πρόσφατων, πολιτικών αλλά και θεωρητικών, αναζητήσεων στο πεδίο των δικαιωμάτων θα διακρίνει μια σαφή μετάθεση του τόνου από τα δικαιώματα στις ευκαιρίες. Το πολιτικό επιχείρημα είναι πως η ισότητα των δικαιωμάτων δεν συνεπάγεται και εξίσωση των ευκαιριών -οι γυναίκες, οι μειονότητες, οι μετανάστες, οι νέοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες υφίστανται διακρίσεις, παρά τα κατοχυρωμένα οικουμενικά δικαιώματα. Κάτι αντίστοιχο καταγράφεται και στο πεδίο των θεωρητικών προσεγγίσεων: η θεμελίωση δικαιωμάτων και μάλιστα καθολικής ισχύος αλλά ατομικής πραγμάτωσης, μοιάζει να έχει εξαντληθεί στις διαμάχες περί συσχετισμού μεταξύ «ίσης αναγνώρισης» αφενός και «διαφοράς» αφετέρου και να έχει αυτοαναιρεθεί στα αδιέξοδα της πολυπολιτισμικότητας. Στο επίκεντρο βρίσκονται έτσι οι έννοιες της ισοτιμίας και της δικαιοσύνης, με συνέπεια την ενίσχυση της προτεραιότητας των ευκαιριών έναντι των δικαιωμάτων.

Όσο κριτική κι αν είναι αυτή η στάση, δεν παύει να εμπεριέχει και μια διάσταση επίφοβη στις κοινωνικές της συνέπειες, ακριβώς επειδή συγκροτεί ένα λόγο εντός της κρίσης. Πρόκειται για έναν λόγο που, ανεξάρτητα από προθέσεις, συντονίζεται με τη στρατηγική αποσταθεροποίησης και άρσης κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, όπως την περιέγραψα προηγουμένως: η έμφαση στρέφεται στην αξιοποίηση παρεχόμενων ευκαιριών και στην εξασφάλιση προϋποθέσεων. Επομένως, όπου η πρόσβαση έχει καταστεί εντός της κρίσης περιορισμένη και διαφοροποιημένη, το αντίστοιχο δικαίωμα χάνει την αξίωση καθολικής του ισχύος, χάνει την πειστικότητά του ως γενικεύσιμη αρχή ή αξία και εντέλει εξουδετερώνεται ως ουτοπικό αν όχι αφελές (ακόμα και το δικαίωμα στην εργασία).

Η στρατηγική αυτή κατατείνει στην επιβολή και νομιμοποίηση συνθηκών ριζικής κοινωνικής διαφοροποίησης και ακραίων μορφών εκμετάλλευσης, καθώς εν τέλει καθιστά κάθε συλλογικά αναγνωρισμένη αξίωση και δυνατότητα διακύβευμα προσωπικής προσπάθειας, σε ένα πεδίο ανεξέλεγκτου ατομικού ανταγωνισμού. Όποιος δεν μπορεί να αδράξει τις ευκαιρίες δεν μπορεί να επικαλείται δικαίωμα στη ζωή.

Ο Γεράσιμος Κουζέλης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

κοινωνικά δικαιώματα

Μέλος

Newsletter