• el
  • en

Δίκη Χρυσής Αυγής: η πικρή δικαίωση και η τιμή της δημοκρατίας μας

*Του Δημήτρη Χριστόπουλου

 

«Σε τι διαφέρει η βία των «μπάχαλων» από αυτήν της Χρυσής Αυγής;». Αυτό είναι το ερώτημα που, ολίγον προβοκατόρικα, έθεσα σε έναν πρωτοετή φοιτητή, που τρέφει μάλλον ευμενή συναισθήματα για τον λεγόμενο αντιεξουσιαστικό χώρο. Η απάντησή του ήταν απολύτως εύστοχη και επιγραμματική, στην απλότητά της: «Μα αυτοί δεν είναι πολιτικό κόμμα. Είναι μπάχαλoι! Εξάλλου, η ΧΑ είναι ναζί και δολοφόνοι». Είπαμε, προχωρώντας, ότι στην ευρωπαϊκή ιστορία – και όχι μόνο – υπάρχουν – και έχουν υπάρξει κατά κόρον – κόμματα που λειτουργούν μεν νόμιμα, αλλά συνεργούν με οργανώσεις παράνομες, τις οποίες η εκάστοτε έννομη τάξη χαρακτηρίζει «εγκληματικές» ή «τρομοκρατικές». «Ομως η Χρυσή Αυγή δεν έχει σχέση με αυτό. Η πολιτική οργάνωση που ζητάει την ψήφο μας και η οργάνωση που ασκεί βία είναι το ίδιο πράγμα».

Νομίζω πως συνεννοηθήκαμε. Αυτό ακριβώς είναι η ιδιαιτερότητα της οργάνωσης: η Χρυσή Αυγή είναι μια περίπτωση που σπάει τον κανόνα των σχέσεων «πυρήνα –  βραχίονα» των πολιτικών κομμάτων. Στην περίπτωσή της, πυρήνας και βραχίονας ταυτίζονται. Δηλαδή, η εγκληματική οργάνωση είναι το κόμμα. Και, αντιστρόφως, το κόμμα είναι μια εγκληματική οργάνωση, καθώς μέλη του, υπό καθεστώς ιεραρχικής δομής, επιδίδονται συντεταγμένα σε πράξεις παράνομες.

Για τον λόγο αυτόν, η Χρυσή Αυγή είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο την ανεπίγνωστη γενναιοδωρία της Ελληνικής Δημοκρατίας της Μεταπολίτευσης που, εξαιτίας του νωπού ιστορικού παρελθόντος πολιτειακών εκτροπών (και της παρατεταμένης κήρυξης εκτός νόμου του Κομμουνιστικού Κόμματος, για δυόμισι δεκαετίες, σε συνθήκες δημοκρατίας), στην πράξη απαγορεύει την απαγόρευση λειτουργίας πολιτικών κομμάτων. Το αποτέλεσμα είναι καινοφανές για τα ευρωπαϊκά χρονικά: μια οργάνωση που ποτέ δεν θα μπορούσε να φορέσει τον μανδύα του νόμιμου πολιτικού κόμματος και σίγουρα θα είχε κηρυχθεί παράνομη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, στην Ελλάδα εξασφάλισε το προνόμιο της νόμιμης λειτουργίας.

Το «κόμμα-εγκληματική οργάνωση» λοιπόν θεώρησε το καλοκαίρι του 2013 ότι μπορεί να ανεβάσει την ένταση, δοκιμάζοντας τις αντοχές μας. Εξάλλου αυτό πάντα στρατηγικά αναζητούσε. Μέσα σε λίγες μέρες χτύπησε συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, πήγε να σκοτώσει αιγύπτιους αλιεργάτες, τα έβαλε στον Μελιγαλά με την παραδοσιακή μεσσηνιακή Δεξιά, διεκδικώντας το μονοπώλιο στο πένθος της, και, τέλος, σκότωσε τον Παύλο Φύσσα. Εκεί το ποτήρι ξεχείλισε.

Την επαύριο της δολοφονίας του Φύσσα, η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έγραψε πως «δεν είναι ο δράστης Χρυσή Αυγή, η Χρυσή Αυγή είναι ο δράστης». Τα περιστατικά του Σεπτεμβρίου του 2013 όμως ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ηδη από το 2011 το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας είχε προβεί σε καταγραφή και ανάλυση περισσοτέρων από 350 επιθέσεων, ενώ τον Γενάρη του 2013 ένας πακιστανός εργάτης, ο Σαχζάτ Λουκμάν, δολοφονήθηκε τα χαράματα, καθώς πήγαινε στη δουλειά του με το ποδήλατο, από χρυσαυγίτες.
Από την αρχή λοιπόν κάποιοι, εν είδει φωνής βοώντος εν τη ερήμω τότε, κάναμε λόγο για ρατσιστικά εγκλήματα από οργανωμένες ομάδες κρούσης με κοινά επιχειρησιακά χαρακτηριστικά. Το χαρακτηριστικό των εγκλημάτων αυτών είναι όντως αποκρουστικό: η βία ασκείται σε κάποιον όχι για κάτι που έκανε αλλά για κάτι που είναι. Η εγκληματική ετοιμότητα του δράστη βρίσκεται έτσι διαρκώς στο κόκκινο, καθώς εξ ορισμού περιτριγυρίζεται από στόχους. Κι όμως ως τον Σεπτέμβριο του 2013 όσοι υποστηρίζαμε τα παραπάνω ήμαστε μια μειοψηφία στα όρια της γραφικότητας.
Αυτή η – κάποτε – μειοψηφία  αισθάνεται σήμερα μια πικρή δικαίωση. Χρειάστηκε δυστυχώς ο θάνατος του Παύλου Φύσσα προκειμένου η Ελληνική Δημοκρατία να δείξει στους εχθρούς της ότι υπάρχει. Η απώλειά του θωράκισε τον χαρακτήρα του πολιτεύματος απέναντι στους αποθρασυμένους καταστατικούς του πολέμιους. Σηματοδότησε το τέλος της ατιμωρησίας μιας εγκληματικής οργάνωσης που ντύθηκε το πολιτικό κόμμα. Αλήθεια, πώς θα μας φαινόταν αν η «17 Νοέμβρη» ήταν πολιτικό κόμμα με αρχηγό κάποιο μέλος του Ελληνικού Κοινοβουλίου που αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη για τις δολοφονίες που κάνουν κάποια μέλη της; Διότι αυτό το εξωφρενικό, κατ’ ουσίαν, έγινε με τη Χρυσή Αυγή!

 
Είναι τραγικό ότι έπρεπε να χαθούν ζωές προκειμένου η δημοκρατία μας να δείξει πως μπορεί και ξέρει στοιχειωδώς να αμύνεται. Η ολοκλήρωση της δίκης της ΧΑ – της μόνης προσήκουσας πολιτειακής αντίδρασης στον εγκληματικό της χαρακτήρα – με την αναγνώριση της φύσης της ως εγκληματικής οργάνωσης είναι το κεφάλαιο που θα κλείσει τον κύκλο της ανεύθυνης αμεριμνησίας του κράτους.

Ετσι, όταν η υπόθεση αυτή, με το καλό, τελεσιδικήσει ή καταστεί αμετάκλητη, θα μπορέσει ο Αρειος Πάγος να απορρίψει την αίτηση του κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης να συμμετέχει στις εκλογές. Αυτό φυσικά δεν θα λύσει ως μαγικό ραβδί το πρόβλημα της διείσδυσης της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας σε τμήματα του ελληνικού πληθυσμού, αλλά φυσικά θα αποτελέσει ένα γερό πλήγμα προς μελλοντικό παραδειγματισμό: η δημοκρατία είναι μεν γενναιόδωρη, αλλά δεν είναι ανόητη. Αυτοπροστατεύεται. Και οι φασίστες εφεξής θα πρέπει το ξανασκέφτονται σαν θέλουν να κάνουν τις ιδέες τους πράξη.

Ας σκεφθεί κανείς ότι τα δύσκολα έξι χρόνια από την εκλογική εφόρμηση της Χρυσής Αυγής το 2012, και κυρίως τα τελευταία τέσσερα που έχουν μεσολαβήσει από την έναρξη της ποινικής δίωξής της, η οργάνωση δεν έχει καταφέρει να περάσει τον εκλογικό πήχη του 7%. Το ποσοστό αυτό φυσικά κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο είναι, αλλά χωρίς την ποινική δίωξη σίγουρα θα είχε μεγαλώσει. Αυτό το επισημαίνουμε διότι πολλοί – και ιδίως αριστεροί – έσπευσαν να πουν ότι «ο φασισμός δεν νικιέται στα δικαστήρια» ή ότι «έτσι οι θύτες γίνονται μάρτυρες». Κι όμως, δεν βλέπω πολλούς να νιώθουν συμπάθεια προς τη Χρυσή Αυγή εξαιτίας της δίκης της. Μάλλον, το αντίθετο συμβαίνει: πλέον το κόμμα φυλλορροεί συστηματικά, ενώ η εγκληματική δράση και δομή της έχει γίνει κοινή γνώση των περισσοτέρων Ελλήνων και όχι μόνο. Η δίκη αυτή έχει παγκόσμιο ενδιαφέρον.

Θα ήθελα, τέλος, να επισημάνω ότι στον αγώνα εναντίον της Χρυσής Αυγής έχουν υπάρξει άνθρωποι από όλο το πολιτικό φάσμα που έχουν πρωταγωνιστήσει· λίγοι μεν, αλλά με συνεισφορά σπουδαία. Ενδεικτικά μόνο, θα αναφέρω τους Θανάση Παφίλη, Δημήτρη Ψαρρά, Νίκο Αλιβιζάτο, Νίκο Δένδια, μερικούς μόνο ανάμεσά τους, από τα αριστερά προς τα δεξιά. Υπάρχουν δημοσιογράφοι που μεταδίδουν ανελλιπώς τη δίκη, καθώς και οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης Golden Dawn Watch και Jail Golden Dawn με έξοχη δουλειά τεκμηρίωσης. Ειδική όμως μνεία θα κάνω, καταληκτικά, για την ομάδα των συνηγόρων πολιτικής αγωγής. Ανθρωποι που βιοπορίζονται από τη δικηγορία, και μάλιστα σε πολύ δύσκολες στιγμές για τον κλάδο, αφιερώνουν χρόνια από τον επαγγελματικό τους βίο σε μια υπόθεση αρχών.
Αυτά να τα τιμάμε. Τίποτε δεν είναι αυτονόητο.

*Ο κ. Δημήτρης Χριστόπουλος είναι πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
 

Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο εφημερίδα Το ΒΗΜΑ 14/01/2018

Μέλος

Newsletter

© 2018 – Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου